Ομολογία μετάνοιας και πίστης

στον Ιησού Χριστό

 

 

ΜΕΡΟΣ Β΄

 

Γεννήθηκα στις 5 Φεβρουαρίου του 1938 στην Προσωτσάνη του Ν. Δράμας. Οι γονείς μου ήταν ήδη χριστιανοί όταν εγώ ήρθα στην ύπαρξη, ήταν γνήσια παιδιά του Θεού.

Αγαπούσαν το Θεό, μελετούσαν την Αγία Γραφή και κάθε πρωί θυμάμαι μας μάζευαν πριν φύγουμε για τα χωράφια και ο πατέρας μου έκανε προσευχή.

 

Ήταν Ιούνιος του 1955 και ήμουν 17 ετών. Σιχάθηκα τον εαυτό μου, ζήτησα τον Κύριο, να μπει μέσα στην καρδιά μου, και τότε ένιωσα μια ανακούφιση που δεν μπορούσα να περιγράψω. Έγινα άλλος άνθρωπος. Τότε κατάλαβα ότι δεν φτάνει να γεννηθείς χριστιανός, δεν φτάνει να ανήκεις σε κάποια σωστή χριστιανική εκκλησία, δεν φτάνει να ψάλλεις σε χριστιανική χορωδία, αλλά βασικά για να γίνεις παιδί του Θεού πρέπει να γεννηθείς άνωθεν με το Άγιο Πνεύμα του Θεού. Από τότε άρχισα όχι απλώς να διαβάζω, αλλά να μελετώ με πόθο και λαχτάρα συστηματικά όχι μόνο την Αγία Γραφή, αλλά και ό,τι χριστιανικό έντυπο ή βιβλίο έβρισκα γραμμένο στη γλώσσα μου. Ένα βιβλίο που μ' επηρέασε πάρα πολύ στα πρώτα μου βήματα ήταν θυμάμαι το "Μέσ' απ' τους λαμπρούς πυλώνες", που περιέγραφε τους πέντε ιεραπόστολους που έχασαν τη ζωή τους στη ζούγκλα του Αμαζονίου στην προσπάθειά τους να πλησιάσουν και να ευαγγελίσουν μια άγρια φυλή, τους Αούκας. Ήθελα τότε να γίνω και γω ιεραπόστολος, να πάω σε κείνα τα μέρη, αλλά μια και δεν μπορούσε αυτό να πραγματοποιηθεί λόγω οικονομικών δυσχερειών, έψαχνα να βρω να κάνω και γω κάτι για το Θεό. Βρισκόμουν ήδη στο δεύτερο έτος της Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Έψαξα στα παλιατζίδικα και κει βρήκα ένα βιβλίο που δίδασκε μουσική χωρίς δάσκαλο. Είχα φαίνεται κάποια φλέβα, γιατί σύντομα έμαθα όλη τη θεωρία της μουσικής, έφτασα μέχρι τη σύνθεση. Τότε σκέφτηκα ότι μπορούσα να υπηρετήσω το Θεό παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο στην εκκλησία του χωριού μου. Στις διακοπές του καλοκαιριού το 1958 δανείστηκα από μια αδελφική οικογένεια της Δράμας ένα μικρό αρμόνιο και καθόμουν τέσσερις-πέντε ώρες Σάββατο και Κυριακή και μάθαινα να παίζω δυο ύμνους για την Κυριακή το πρωί και δυο για το απόγευμα. Ήταν πολύ μικρό, αλλά επειδή εγώ το 'κανα μ' όλη μου την καρδιά, ο Θεός μ' ευλόγησε.

Τελείωνα το Πανεπιστήμιο και είχα πια το ελεύθερο απ' τον πατέρα μου να σκεφθώ για σύντροφο στη ζωή μου. Ο μπαρμπα-Απόστολος, ο πατέρας μου, ήταν απόλυτος, γράμματα ή γυναίκα, και γω το σεβάστηκα, και δεν έχασα. Διάβαζα μέσα στο Λόγο του Θεού ότι "η ενάρετος γυνή παρά Κυρίου δίδεται", το πίστεψα και ανέθεσα στον Κύριο να μου βρει.

Διάβαζα επίσης στις Επιστολές του απ. Παύλου ότι είναι αισχρό στη γυναίκα να κουρεύει τα μαλλιά της, ακόμα ότι ο στολισμός της δεν πρέπει να είναι ο εξωτερικός με τα περμανάντ, τα βαψίματα και τα χρυσαφικά, αλλά ο εσωτερικός, με πράο και ησύχιο πνεύμα, να σέβεται και να υποτάσσεται στον άντρα της, και είπα: Κύριε θέλω να μου βρεις μια τέτοια γυναίκα. Οι σύγχρονοί μου νέοι γελούσαν μαζί μου. Δεν υπάρχουν τέτοιες στην εποχή μας, μου 'λεγαν. Όμως ο Θεός τη βρήκε και μου τη χάρισε. Όταν τελείωσα το Πανεπιστήμιο, κατέβηκα στην Αθήνα για να δώσω εξετάσεις και να πάρω την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Τις ελεύθερες ώρες τις περνούσα με τη χορωδία της εκκλησίας, με τον όμιλο των νέων σε επισκέψεις εκκλησιών του Λεκανοπεδίου και ασθενών σε Νοσοκομεία. Μερικοί αδελφοί μου πρότειναν διαδοχικά κάποιες κοπέλες, όμως δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που πίστευα μέσα από το Λόγο του Θεού.

Κάποια μέρα με κάλεσαν στο σπίτι τους στον Πειραιά ένα ζευγάρι που υπηρετούσε το Θεό. Η αδελφή Γαλάνη, η γυναίκα του υπηρέτη του Θεού, μου λέει: "Γιατί δεν βλέπεις δίπλα σου; Την έχεις κοντά σου αυτή που ζητάς, είναι στη χορωδία και στον όμιλο που μαζί κάνετε όλες τις εξορμήσεις. Είναι η αδελφή του Γιώργου του Λεϊλόγλου".

Πραγματικά εκείνη τη στιγμή λες και άνοιξαν τα μάτια μου και ήταν όπως ακριβώς την είχα πλάσει μέσα από το Λόγο του Θεού. Μέσα σ' όλα τα προτερήματα (ομορφιά - ωραία φωνή) είχε και ένα ακόμα μεγαλύτερο: ήταν φτωχιά, δεν είχε προίκα. Η δυσκολία ήταν που δεν μπορούσα να την πλησιάσω και να της το πω. Ποτέ δεν ήταν μόνη της. Πάντα με τον αδελφό της ή την αδελφή της και όταν αυτοί έλειπαν τη συνόδευε το ζεύγος Γ. Παπαδόπουλου. Πέρασαν μερικές εβδομάδες, που για μένα ήταν αιώνας, όταν ανακοινώθηκε στην εκκλησία ότι ο όμιλος διοργανώνει εκδρομή ημερήσια την 25η Μαρτίου του 1963 σε Κόρινθο - Άργος - Ναύπλιο. Όλη μέρα προσπαθούσα να βρεθώ κοντά της, αλλά πάντα ήταν η αδελφή της εμπόδιο για να πλησιάσω. Το βράδυ, γυρίζοντας με το πούλμαν, με τη δικαιολογία να ψάλουμε έναν ύμνο ντουέτο σήκωσα κάποιον που καθόταν δίπλα της και κάθισα εγώ στη θέση του. Ψάλαμε κάνα δυο ύμνους και σε κάποιο διάλειμμα γύρισα και σιγά της ψιθύρισα στο αυτί. Δε θυμάμαι τι είπα. Μόνο έτρεμα από τρακ. Εκείνη κατάλαβε τι ήθελα να πω και μου απάντησε: "Θα προσευχηθώ και θα σου απαντήσω σε μια βδομάδα". Αυτή η βδομάδα είχε τις πιο μεγάλες μέρες. Ώσπου ήρθε η μέρα, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού που με φιλοξενούσαν και μου ζήτησε να συναντηθούμε. Συνήθως οι νέοι τότε συναντιόνταν σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, αλλά εγώ δεν είχα ούτε μια δραχμή στην τσέπη μου και έτσι η συνάντηση και η κουβέντα έγινε περπατώντας γύρω από το Λυκαβηττό. Ο Κύριος μας ένωσε την τελευταία μέρα του Μαρτίου του 1963. Παντρευτήκαμε στις 29/8/65, ο Κύριος μας χάρισε τέσσερα παιδιά και έκτοτε είμαστε ευτυχισμένοι και μαζί Του βαδίζουμε τον καλόν αγώνα μέχρι να 'ρθει να μας πάρει.

Μια άλλη έντονη επέμβαση του Θεού στη ζωή μου ήταν όταν παρουσιάστηκα στο στρατό τον Ιούλιο του 1963. Μέχρι τότε όλους τους πτυχιούχους του Πανεπιστημίου τους έκαναν αξιωματικούς, η μόνη εξαίρεση ήταν του αδελφού μου του Ανανία, που ενώ είχε τελειώσει την Ιατρική, όχι μόνο δεν τον έκαναν αξιωματικό, αλλά προσπάθησαν να χαλάσουν τη διαγωγή του, γιατί τους μιλούσε για την πίστη του στον ζωντανό Θεό. Και χρειάστηκε προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας για να διορθωθεί η διαγωγή στο απολυτήριο στρατού. Όταν εγώ μαζί με τον άλλο αδελφό μου Χαρίλαο παρουσιαστήκαμε στην Κόρινθο, δεν υπολογίσαμε τις συνέπειες και σ' όλους, στρατιώτες και αξιωματικούς, μιλούσαμε για την αγάπη του Θεού και για τη σωτηρία που προσφέρει στον άνθρωπο.

Και ήμασταν σίγουροι ότι γι' αυτόν το λόγο δεν επρόκειτο να γίνουμε αξιωματικοί. Ο Θεός όμως έβλεπε ότι είχαμε ανάγκη οικονομική, ιδίως εγώ, που έφταναν οι 90 δραχμές του μισθού μου για να περάσω τον μήνα.

Κάποια μέρα προς το τέλος του Αυγούστου μάθαμε από κάποιον πατριώτη μας αλφαμίτη ότι ήρθε μια διαταγή από το γραφείο Β΄ ΓΕΣ ειδικά για μας για να μας κάνουν αξιωματικούς. Μας ρωτούσε ο γνωστός μας και μας έλεγε, πολύ μεγάλο δόντι πρέπει να 'χετε. Κι όταν του εξηγήσαμε ότι το μόνο "δόντι" που έχουμε είναι ο Ιησούς Χριστός, εκείνος μας κοίταξε λοξά, γιατί τέτοια διαταγή ερχόταν μόνο από επέμβαση Υπουργού ή Μητροπολίτη. Απ' ό,τι μας είπε έγινε σύσκεψη των αρμοδίων του Κέντρου Εκπαίδευσης και έστειλαν πίσω τη διαταγή. Σε λίγες μέρες μάθαμε πάλι απ' τον ίδιο ότι ήρθε πιο αυστηρή διαταγή όχι μόνο να μας κάνουν χωρίς κουβέντα αξιωματικούς, αλλά και να μας τοποθετήσουν στις καλύτερες θέσεις μετά την εκπαίδευση: Εμένα στο στρατιωτικό σανατόριο στη Πεντέλη και τον αδελφό μου στην Αεροπορία, που είχε μόνο πέντε θέσεις. Τι είχε γίνει;

Στην Αθήνα η κουνιάδα μου έραβε φορέματα σε διάφορες γυναίκες. Κάποια μέρα τη στιγμή που έκανε πρόβα σε κάποια πελάτισσά της ανέφερε ότι ο αρραβωνιαστικός της αδελφής της μαζί με τον αδελφό του ήταν στην Κόρινθο και ότι ήθελαν να γίνουν αξιωματικοί. Εκείνη τότε της είπε ότι ο αδελφός της υπηρετούσε στο Β΄ ΓΕΣ και είχε βαθμό υποστράτηγου. Θα τον δω της είπε στο εξοχικό μου έξω από το Αίγιο το σαββατοκύριακο και θα του το πω. Πραγματικά όταν είδε τον αδελφό της ανέφερε την περίπτωσή μας και κείνος της απάντησε: "Μη σε νοιάζει αδελφούλα, από μένα εξαρτάται, εγώ διευθύνω αυτό το γραφείο". Την άλλη μέρα έστειλε τη διαταγή και όταν πήρε την απάντηση, φαίνεται νευρίασε, μην εκτεθεί στην αδελφή του, κι έστειλε την πιο αυστηρή διαταγή. Ο Θεός κίνησε όλα τα νήματα, έβαλε τέτοιο ενδιαφέρον σε έναν ξένο άνθρωπο, που ούτε τ' όνομά του μάθαμε και ούτε φυσικά μπορέσαμε να τον ευχαριστήσουμε. Έβλεπε ο Θεός την ανάγκη που είχα, γιατί με το μισθό του αξιωματικού όχι μόνο συντηρήθηκα τα δυο χρόνια, αλλά έβαζα στην άκρη και όταν απολύθηκα αγόρασα μια ολόκληρη κρεβατοκάμαρα για να μπορέσουμε να παντρευτούμε. Όμως ο εχθρός ο Διάβολος δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια. Είδε την ευτυχία μας και θέλησε να μας πληγώσει. Χριστούγεννα του 1964 είχα συμπληρώσει ένα χρόνο θητεία στο φαρμακείο του στρατιωτικού σανατόριου και ήρθε ένα χαρτί από το Πεντάγωνο που έλεγε ότι τον επόμενο μήνα έπρεπε να παρουσιαστώ και να υπηρετήσω την υπόλοιπη θητεία μου στη Βέροια.

Όπως είχα υποχρέωση, πήγα στον Διοικητή μου, έναν συνταγματάρχη γιατρό και το ανέφερα, για να φροντίσει να βρεί κάποιον να παραδώσω το φαρμακείο.

Τα 'παιρνα όλα απ' το χέρι του Θεού, και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα. Εκείνος δεν μου είπε τίποτα, απλώς σηκώθηκε, πήρε το χαρτί που είχα στα χέρια μου, φόρεσε το πηλίκιο και το στρατιωτικό παλτό του, κατέβηκε στο προαύλιο, ανέβηκε στο στρατιωτικό αυτοκίνητό του και έφυγε. Εκείνη την ημέρα μαζί με την αρραβωνιαστικιά μου προσευχηθήκαμε στον Κύριο και του είπαμε: Γενηθήτω το θέλημά Σου. Με τη μετάθεση που επιχείρησε ο εχθρός, όχι μόνο θα βρισκόμουν έξι μήνες μακριά απ' την αγαπημένη μου, αλλά συγχρόνως θα ξόδευα και όλες τις οικονομίες που μέχρι τότε μάζεψα και ήταν τόσο απαραίτητες για τα πρώτα έξοδα του γάμου μας. Την άλλη μέρα το πρωί ανέβηκα κανονικά στην Πεντέλη στο φαρμακείο και ήμουν απασχολημένος με τη διανομή των φαρμάκων, όταν ξαφνικά ήρθε ο Διοικητής μου στο φαρμακείο και με ένα πρόσωπο που έλαμπε μου είπε: δεν πρόκειται να πας πουθενά, από εδώ θα απολυθείς. Εγώ τον κοίταζα έκπληκτος και κείνος με μια κίνηση του χεριού του μου λέει, όλα τα κανόνισα, δεν πρόκειται να σε κουνήσει από δω κανένας. Τον ευχαρίστησα και την ίδια στιγμή σήκωσα τα μάτια ψηλά στον Πατέρα Θεό και του είπα: Κύριε, τίποτε δεν είναι αδύνατο σε Σένα.

Φιλόθεος Καβάκας

 

(Συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος)