Ομολογία μετάνοιας και πίστης στον Ιησού Χριστό

 

 

 

 

ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΑΒΑΚΑΣ

 

                                                                     ΜΕΡΟΣ Α’

 

Γεννήθηκα στις 5 Φεβρουαρίου του 1938 στην Προσωτσά-

νη του Ν. Δράμας. Οι γονείς μου ήταν ήδη χριστιανοί όταν εγώ ήρθα στην ύπαρξη, όχι μόνο αλλά και παιδιά του Θεού.

Αγαπούσαν το Θεό, μελετούσαν την Αγία Γραφή και κάθε πρωί θυμάμαι μας μάζευαν πριν φύγουμε για τα χωράφια και ο πατέρας μου έκανε προσευχή.

Ήμουν ο μικρότερος από τα εννέα μέλη της οικογένειας που γνώρισα. Όταν πήγα στο σχολείο και έμαθα ανάγνωση, το πρώτο πράγμα που προσπάθησαν να με μάθουν ήταν να διαβάζω καθημερινά την Καινή Διαθήκη. Ήθελαν να μάθω ότι ο κάθε άνθρωπος γεννιέται αμαρτωλός και μόνο όταν το θελήσει μπορεί να γίνει χριστιανός. Εγώ αυτό που θυμάμαι στα δεκαεφτά χρόνια της ζωής μου ήταν ότι ήμουν φανατικός γνώστης πολλών αληθειών της Αγίας Γραφής, αλλά μαζί και ένας μεγάλος αμαρτωλός και εχθρός του Θεού.

Από πολύ μικρός θυμάμαι έβλεπα τις επεμβάσεις του Θεού στη ζωή μου και στη ζωή της οικογένειάς μου. Η πρώτη ήταν σε ηλικία 3,5 περίπου ετών το 1941, όπου τρέχοντας να προλάβω τα μεγαλύτερα αδέλφια μου που πήγαιναν να ποτίσουν τα ζώα κάποιων φιλοξενούμενών μας, έμεινα στη μέση του δρόμου στην άκρη του χωριού, όταν εμφανίστηκαν δυο βουλγάρικα αεροπλάνα και άρχισαν να ρίχνουν κάτι μπουκάλια (έτσι τα 'βλεπα), βόμβες, σε μικρή απόσταση από μένα.

Πριν από λίγες μέρες είχε γίνει τοπική επανάσταση εναντίον των κατακτητών Βουλγάρων. Σε λίγο ένιωσα το χέρι της μητέρας μου που μ' άρπαξε και με τράβηξε στον τοίχο του διπλανού σπιτιού. Το ένα αεροπλάνο μόλις είδε να κινούνται άνθρωποι στο δρόμο έκανε στροφή κι άρχισε να ρίχνει με το πολυβόλο ριπές που έσπασαν τα κεραμίδια του σπιτιού που βρισκόμασταν. Όταν απομακρύνθηκαν τα πρώτα βομβαρδιστικά, ο πατέρας μου μας μάζεψε όλους στο ένα δωμάτιο του σπιτιού μας. Δεν πέρασε πολλή ώρα και ακούστηκε το δεύτερο κύμα των βομβαρδιστικών. Τότε ο πατέρας μου, νιώθοντας τον κίνδυνο, ζήτησε να γονατίσουν όλοι για να κάνει προσευχή. Εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν στο δωμάτιο πάνω από τριάντα ψυχές, φίλοι και γείτονες, και ο λόγος, που αργότερα τον έμαθα, ήταν ο φόβος που τους έσπρωχνε να προστατευτούν στο σπίτι του ανθρώπου που αγαπούσε το Θεό. Όλοι υπάκουσαν, γονάτισαν και θυμάμαι τον εαυτό μου καθισμένο στον καναπέ κάτω από το παράθυρο, με το κεφάλι μου να φτάνει ακριβώς κάτω από τα παραθυρόφυλλα. Την ώρα της προσευχής ακούστηκε ένας δυνατός κρότος, μια βόμβα έπεσε στο διπλανό οικόπεδο, έσπασαν τα τζάμια του παραθύρου πάνω από το κεφάλι μου και απέναντι στον τοίχο άνοιξαν δυο μεγάλες τρύπες. Δυο κομμάτια της βόμβας είχαν περάσει πάνω από το κεφάλι μου και από τα κεφάλια των ανθρώπων που ήταν γονατισμένοι, και καρφώθηκαν στον απέναντι τοίχο. Όταν ο πατέρας μου τελείωσε την προσευχή, έδειξε στους ανθρώπους τις δυο τρύπες στον τοίχο και τους είπε: "Πόσοι από μας δε θα βρισκόμασταν στη ζωή αν ο Θεός δεν μας αγαπούσε; Εγώ ποτέ δεν γονάτιζα στην προσευχή. Ποιος μ' έσπρωξε να σας πω να γονατίσετε;" Μετά από λίγες μέρες, όταν το κίνημα κατέρρευσε, ήρθαν τα βουλγαρικά στρατεύματα και άρχισαν τις έρευνες στα σπίτια. Ένας αξιωματικός και δυο στρατιώτες με τα όπλα χτυπούσαν με δύναμη την εξώπορτα του σπιτιού μας. Πήγε η μητέρα μου, άνοιξε την πόρτα και αυτοί όρμησαν μέσα και απευθυνόμενοι στον πατέρα μου φώναζαν "τα όπλα σας - τα όπλα σας". Ήρεμα εκείνος τους οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο, άνοιξε τις τζαμόπορτες της βιβλιοθήκης και δείχνοντάς τους τις Άγιες Γραφές και τις Καινές Διαθήκες, που είχε αρκετές, τους είπε "αυτά είναι τα δικά μας όπλα". Τότε έγινε κάτι παράξενο. Ο αξιωματικός έπιασε από τον ώμο τον ένα στρατιώτη και τους είπε: "Πάμε να φύγουμε, αυτοί είναι άνθρωποι του Θεού". Φεύγοντας απ' το δικό μας σπίτι δεν μπήκαν σε κανένα άλλο του συνοικισμού, γιατί ήταν ομοιόμορφα χτισμένα και νόμιζαν ότι όλοι είναι σαν και μας. Ο Θεός χάρισε τη ζωή σ' όλη τη γειτονιά. Λίγες μέρες αργότερα βγήκε διαταγή να μαζευτούν στο σχολείο όλοι οι άντρες και επειδή πολλοί δεν πήγαν άρχισαν να πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι μέχρι που έφτασαν και στο δικό μας. Τους άνοιξε ο πατέρας μου και τον διέταξαν να τους ακολουθήσει. Από πίσω βγήκε η μητέρα μου, έπιασε το σακάκι του και τον τραβούσε προς το σπίτι φωνάζοντας με σπαστά βουλγαρικά που ήξερε, προσπαθώντας να τους εξηγήσει ότι δεν έκανε τίποτε κακό. Εκείνη την ώρα βρισκόμασταν στο υπόγειο του σπιτιού μας περίπου δεκαπέντε παιδιά, όλα τα γειτονόπουλα, ακούγαμε το θόρυβο, είχαμε έντονο φόβο, αλλά και περιέργεια μαζί. Κάποιο απ' τα μικρά, ίσως να ~μουν και γω, όπως μου διηγήθηκε ο μεγάλος μου αδελφός, ζητούσε επίμονα νερό. Τότε εκείνος ανέβηκε τη σκάλα, σήκωσε το ξύλινο καπάκι που έκλεινε το υπόγειο και ανέβηκε να πάει προς την κουζίνα, όμως από πίσω του ακολούθησαν ο ένας μετά τον άλλο όλα τα παιδιά. Οι στρατιώτες, που εκείνη τη στιγμή τραβούσαν προς τα έξω τον πατέρα μου, μόλις είδαν τα παιδιά το ένα μετά το άλλο να ξεπροβάλλουν, σταμάτησαν και απορημένοι ρώτησαν τίνος είναι. Ο πατέρας μου, μην μπορώντας να τους μιλήσει, έκανε νοήματα ότι τα μισά περίπου ήταν δικά του. Εκείνοι ίσως κατάλαβαν ότι είναι όλα δικά του και τον άφησαν και έφυγαν. Την άλλη μέρα μάθαμε ότι σκότωσαν όσους άντρες μάζεψαν εκείνη την ημέρα.

Η τέταρτη φορά που ένιωσα δυνατό το χέρι του Θεού ήταν στον εμφύλιο, όταν ήμουν δέκα χρονών. Είχαν μπει οι αντάρτες στο χωριό μας και όλη τη νύχτα έκαιγαν και λεηλατούσαν τα σπίτια. Το δικό μας βρισκόταν στο βόρειο άκρο του χωριού και όταν έφτασαν σε μας ήταν πια χαράματα. Μπήκαν στην αυλή, έκοψαν τα σχοινιά από τα τέσσερα ζώα (δυο βόδια που μ' αυτά οργώναμε τα χωράφια, μια αγελάδα που με το γάλα της ζούσαμε εννέα ψυχές και ένα γαϊδούρι που ήταν το μόνο μεταφορικό μας μέσο). Τη στιγμή που τα 'σπρωχναν για να τα βγάλουν απ' την αυλή, ακούστηκε μια δυνατή φωνή: "Όλοι στην πλατεία - όλοι στην πλατεία, φεύγουμε". Έτσι άφησαν τα ζώα κι έφυγαν. Την άλλη μέρα περπατούσαμε μέσα στο χωριό και βλέπαμε παντού φωτιές, καταστροφές και κλάματα ανθρώπων.

Τα χρόνια περνούσαν και εγώ ένιωθα τον εαυτό μου εγωιστικά ευεργετημένο απ' το Θεό. Υπερηφανευόμουν ότι είμαι χριστιανός γιατί διάβαζα το Ευαγγέλιο, όχι για να ζήσω όπως θέλει ο Θεός, αλλά για ν' αποδείξω στους συμμαθητές και καθηγητές μου ότι τα ξέρω καλύτερα απ' αυτούς. Διάβαζα και την Π. Διαθήκη και έπιανα τον εαυτό μου σε αμαρτίες που η ποινή τους ήταν θάνατος. Και ερχόταν μέσα μου ο φόβος απέναντι στο Θεό και κάθε φορά που ο πατέρας μου έλεγε ότι έρχεται ο Χριστός να μας πάρει, ένιωθα ότι εγώ θα έμενα πίσω, γιατί ήμουν αμαρτωλός. Όμως οι προσευχές των γονιών μου και το έλεος του Θεού ήταν μεγάλο και με βοήθησε να καταλάβω το πνευματικό μου συμφέρον ξεσκεπάζοντας μια μεγάλη μου αμαρτία μπροστά στα μάτια των συμμαθητών και καθηγητών μου.

Ένιωσα το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια μου, έσπασε ο εγωισμός και η υπερηφάνεια. Έκλαψα, ταπεινώθηκα και ομολόγησα μπροστά σε όλους.

Ήταν Ιούνιος του 1955 και ήμουν 17 ετών. Σιχάθηκα τον εαυτό μου, ζήτησα τον Κύριο, να μπει μέσα στην καρδιά μου, και τότε ένιωσα μια ανακούφιση, που δεν μπορούσα να περιγράψω. Έγινα άλλος άνθρωπος. Τότε κατάλαβα ότι δεν φτάνει να γεννηθείς χριστιανός, δεν φτάνει να ανήκεις σε κάποια σωστή χριστιανική εκκλησία, δεν φτάνει να ψάλλεις σε χριστιανική χορωδία, αλλά βασικά για να γίνεις παιδί του Θεού πρέπει να γεννηθείς άνωθεν με το Άγιο Πνεύμα του Θεού. Από τότε άρχισα όχι απλώς να διαβάζω, αλλά να μελετώ με πόθο και λαχτάρα συστηματικά όχι μόνο την Αγία Γραφή, αλλά και ό,τι χριστιανικό έντυπο ή βιβλίο έβρισκα γραμμένο στη γλώσσα μου. Ένα βιβλίο που μ' επηρέασε πάρα πολύ στα πρώτα μου βήματα ήταν θυμάμαι το "Μέσ' απ' τους λαμπρούς πυλώνες", που περιέγραφε τους πέντε ιεραπόστολους που έχασαν τη ζωή τους στη ζούγκλα του Αμαζονίου στην προσπάθειά τους να πλησιάσουν και να ευαγγελίσουν μια άγρια φυλή, τους Αούκας. Ήθελα τότε να γίνω και γω ιεραπόστολος, να πάω σε κείνα τα μέρη, αλλά μια και δεν μπορούσε αυτό να πραγματοποιηθεί λόγω οικονομικών δυσχερειών, έψαχνα να βρω να κάνω και γω κάτι για το Θεό. Βρισκόμουν ήδη στο δεύτερο έτος της Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Έψαξα στα παλιατζίδικα και κει βρήκα ένα βιβλίο που δίδασκε μουσική χωρίς δάσκαλο. Είχα φαίνεται κάποια φλέβα, γιατί σύντομα έμαθα όλη τη θεωρία της μουσικής, έφτασα μέχρι τη σύνθεση. Τότε σκέφτηκα ότι μπορούσα να υπηρετήσω το Θεό παίζοντας κάποιο μουσικό όργανο στην εκκλησία του χωριού μου. Στις διακοπές του καλοκαιριού το 1958 δανείστηκα από μια αδελφική οικογένεια της Δράμας ένα μικρό αρμόνιο και καθόμουν τέσσερις-πέντε ώρες Σάββατο και Κυριακή και μάθαινα να παίζω δυο ύμνους για την Κυριακή το πρωί και δυο για το απόγευμα. Ήταν πολύ μικρό, αλλά επειδή εγώ το 'κανα μ' όλη μου την καρδιά, ο Θεός μ' ευλόγησε.

                                                              (συνεχίζεται στο επόμενο)

 

 

 

Πνευματικά