ΟΤΑΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΓΕΛΑ

(Γαλάτας ε΄ 14, 15)

 

 

Είδα το διάβολο χθες βράδυ στη γωνία,

με λοξοκοίταξε με μίσος και μανία,

είχε παρέα του πεντέξι και μιλούσε,

κάτι τους έδειχνε και ειρωνικά γελούσε.

 

Για λίγο κοντοστάθηκα ν' ακούσω τι ζητούσε

μα και καλύτερα να δω στα χέρια τι κρατούσε

και με μεγάλη έκπληξη είδα να 'χει γραμμένο

πάνω σ' εκείνο το χαρτί, "τον θέλω πεθαμένο".

 

Την άλλη μέρα άκουσα για κάποιον αδερφό

πως απ' τα βέλη του εχθρού τον εύρηκαν νεκρό.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, στην ίδια τη γωνία

έκανε ο διάβολος ξανά κι άλλη συνωμοσία.

 

Τον είδα όπως τότε στους έξι να μιλά.

Τότε κι εγώ προσεκτικά πλησίασα πιο κοντά

και είδα στο ίδιο το χαρτί να γράφει με μανία

"θέλω ετούτη τη φορά όλη την εκκλησία!"

 

Και είπα, όταν γελά ο διάβολος κάποιος πιστός θα κλαίει

και διερωτώμαι αδελφέ ποιος απ' όλους μας φταίει.

Μήπως εγώ; Μήπως εσύ; Ή μήπως και οι δυο μας

και τα δικά μας σφάλματα πληρώνει ο αδελφός μας;

 

Ας το προσέξουμε λοιπόν κι ας μείνουμε ενωμένοι,

γιατί αν πάλι επιτεθεί θα 'μαστε δικασμένοι,

ωσάν αυτά τα πρόβατα που 'ν' στο βουνό χαμένα

και γύρω λύκοι άρπαγες κι αυτά χωρίς ποιμένα.

 

Κι αν έτσι ο εχθρός μάς βρει να 'μαστε σκορπισμένα,

δεν θα γυρίσει ζωντανό στη στάνη ούτε ένα.

Θα βρουν τη στάνη έρημη, τους λίθους γκρεμισμένους

κι όλους εμάς κάποιο πρωί στους δρόμους πεθαμένους.

 

Και οι διαβάτες την αυγή θα στέκουν, θα ρωτάνε

κι άλλοι με οίκτο θα κοιτούν κι άλλοι θα προσπερνάνε,

μ' αυτοί που μας γνωρίζανε θ' αλληλοσυζητάνε,

δεν είν' αυτοί που έλεγαν στον Ουρανό θα πάνε;

 

Αν κάτι τέτοιο μας συμβεί, πώς τον Χριστό θα δούμε;

Για τις ψυχές που χάθηκαν, πέστε μου τι θα πούμε;

Γι' αυτό δώσ' μου το χέρι σου κι έλα ν' αγαπηθούμε,

ώστε σαν θα 'ρθει ο Χριστός στον Ουρανό να μπούμε.

 

Γ.Γ. Μελβούρνη

 

 

Πνευματικά