ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΟ
ΑΦΗΓΗΜΑ
Η ώρα του χαράγματος
Τα πράγματα έγιναν
λίγο -λίγο και κατά στάδια . Στο αδιέξοδο μπορεί να φτάσανε ξαφνικά , μα
δουλευότανε από καιρό . Ο Ντέιβιντ και η Μασάλ ,
ήτανε ένα νεαρό αντρόγυνο , τρία χρόνια γάμου , με ένα μωρό ,λίγων μηνών .
Κατοικούσανε σε ένα μικρό διαμέρισμα κρατικό , σ ’ ένα προάστιο της Ιεριχώ ,
που , τώρα που γίνονται αυτές οι εξελίξεις , ήτανε η βιομηχανική ζώνη του
Ισραήλ . Και οι δυο τους δουλεύανε σ ’ ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε ανταλλακτικά
αυτοκινήτων και αεροπλάνων και είχαν μια όχι δύσκολη δουλειά και με καλή
μισθολογική αμοιβή , σε
πόντους . Είναι
μερικά πράγματα που πρέπει να τα εξηγήσουμε , γιατί η εποχή μας με την εποχή
τους έχουν κάποια απόσταση , όχι τόσο χρονική ,όσο κοινωνικής δράσης και
λειτουργίας .Λίγο παρακάτω από το διαμερισματάκι τους έμενε ο πατέρας του Ντέιβιντ , ένα γεμάτο πραότητα γεροντάκι , που όποια ώρα
και αν το επισκεπτόσουνα , ήταν μισοξαπλωμένο σ ’ ένα ντιβάνι και διάβαζε μια παλιά
, φθαρμένη , και με πολλές υποσημειώσεις , Βίβλο . Ζούσε ασκητικά ,πάνω σ ’ ένα
τραχύ ντιβάνι με λίγες κουβέρτες και τον φρόντιζε η Μασάλ
με πολλή στοργή . Μια φορά την εβδομάδα μαζεύονταν διάφοροι απλοί άνθρωποι στην
καμαρούλα και ο γέρος , από τη Βίβλο , τους μιλούσε και τους έλυνε τις απορίες
.
Σ ’ αυτόν τον μικρό
κύκλο γνώρισε ο Ντέιβιντ την Μασάλ , που ερχότανε με μια θεία της .Υπήρχαν
πολλά σύννεφα στον ορίζοντα . Ειρήνη πραγματική δεν υπήρχε . Φήμες για
συγκρούσεις και επαναστάσεις διαρκώς ακούγονταν από την κρατική τηλεόραση , που
η συσκευή της ήτανε ενσωματωμένη σε όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας . Ο
Ντέιβιντ ήτανε πολύ ανήσυχος , γιατί απ ’ όσα έλεγε ο πατέρας του , η εποχή του
αντίχριστου δεν ήτανε μακριά . Μπορεί και να είχε αρχίσει .
Τελευταία , μεγάλη
συζήτηση γινότανε για κάποιον , που όλο και περισσότερο παρουσιαζότανε στην
τηλεόραση , με ένα ήρεμο πρόσωπο και δυο διαπεραστικά μάτια . Λέγανε πως ήτανε
κορυφή και πως θα τακτοποιούσε τα παγκόσμια οικονομικά και θα προλάβαινε τον
πόλεμο ,που ήτανε έτοιμος να ξεσπάσει .
Όταν πρωτοπήγε στο
εργοστάσιο αυτό ο Ντέιβιντ , τον πληρώνανε κανονικά με αληθινά χρήματα , που
του δίνανε κάθε Παρασκευή μέσα σ ’ φάκελο , με μια ταινία , που εξηγούσε τα
επιδόματα και τις κρατήσεις . Μετά άρχισε μια εντατική προπαγάνδα εναντίον του
χρήματος , που το κατηγορούσαν ότι κουβαλάει μικρόβια , ότι πιάνει πολύ χώρο ,
ότι εύκολα κλέβεται και χάνεται και πολλά άλλα , και ταυτόχρονα διαφημιζόταν το
πλαστικό ή ηλεκτρονικό χρήμα , που δεν είχε αυτά τα ελαττώματα και ήτανε πολύ
πρακτικό .
Στην πραγματικότητα
ήταν μια μικρή τυπωμένη πλαστική καρτούλα , με
διάφορα στοιχεία , κάτι σαν ταυτότητα . Στο αριστερό μέρος λίγο ψηλά είχε ένα
σχέδιο , με αρκετές χαρακιές , γραμμούλες παράλληλες , και αριθμούς , που
σχημάτιζαν έναν δεκατριαψήφιο αριθμό ,που ήταν και ο αριθμός του κάθε ατόμου ,
που με αυτό πληρωνότανε . Τις καρτούλες αυτές τις
δίνανε κάθε Παρασκευή πρωί και τις παίρνανε κάθε Παρασκευή μεσημέρι , αφού
επάνω είχανε γράψει , αόρατα με το μάτι , με ηλεκτρονική εγγραφή , το μισθό που
εδικαιούτο ο καθένας . Με την καρτούλα αυτή πήγαινες
και στα μεγάλα κρατικά σούπερ μάρκετ και αγόραζες ό
,τι ήθελες . Στο τέλος βάζανε την καρτούλα στη μηχανή και αφαιρούσαν την αξία
των αγορασθέντων . Και παλιά κυκλοφορούσαν κάτι παρόμοιες κάρτες , σε άλλη βάση
, και τις λέγανε πιστωτικές κάρτες . Μα αυτές , με τις γραμμούλες , τις λέγανε
μπαρκόντ .
Τίποτα το ιδιαίτερο
δεν είχε συμβεί . Ο γέροντας πατέρας του Ντέιβιντ ,
που άκουσε γι ’ αυτές τις κάρτες , ζήτησε να τις δει και τις είδε . Λεφτά πια ,
από τα παλαιού τύπου , δεν κυκλοφορούσαν . Όλες οι δουλειές γίνονταν με τα
πλαστικά λεφτά . Κάθε άνθρωπος , ό ,τι και να ήτανε , είχε την κάρτα του . Ο
γέρος λοιπόν , σαν άκουσε τα σχετικά , κούνησε το κεφάλι του και είπε :
«Προεόρτια ». Του Ντέιβιντ δεν του άρεσε η κουβέντα αυτή του πατέρα του , και
του ζήτησε να εξηγηθεί . Αυτός γέλασε πικριάρικα και απάντησε :
- Παιδί μου , θα
γίνουν όλα . Μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια .Περίμενε και θα δεις .
Ο Ντέιβιντ νόμισε πως
ήτανε παραξενιά του γέρου και δεν έδωσε συνέχεια . Μα ήτανε ανήσυχος .
Αυτά είχαν γίνει πριν
τρία χρόνια . Η συζήτηση με τον πατέρα του ξεχάστηκε , ώσπου τη θυμήθηκε
ξαφνικά . Το κρατικό ραδιόφωνο άρχισε μια καινούρια καμπάνια . Άρχισε να
κατηγορεί το πλαστικό χρήμα και τις καρτούλες για
πολλούς λόγους . Κάποτε κλέβονταν και πηγαίνανε και ψωνίζανε λαθραία . Ύστερα
είπαν , πως μερικοί , που πεθαίνανε οι δικοί τους , δεν παραδίνανε την κάρτα στο
Δημόσιο όπως έπρεπε και καρπώνονταν το υπόλοιπο . Άλλοι τις χάνανε ή λέγανε πως
τις χάνανε
και δημιουργούσαν
προβλήματα . Έτσι , η τελευταία ανακοίνωση έλεγε , πως καταργούνται οι πλαστικές
κάρτες και πως η Υπηρεσία Προστασίας του Συνόλου
αποφάσισε να κυκλοφορήσει
τις ενσωματωμένες κάρτες . «Είναι μια κάρτα μέσα στο σώμα σας , ούτε χάνεται
ούτε κλέβεται , μα ούτε και φαίνεται . Είναι η κάρτα σας , δηλαδή είστε εσείς
οι ίδιοι ». Έτσι έλεγαν τα κρατικά διαφημιστικά προγράμματα .
Γρήγορα διαδόθηκε πως
το σχετικό μηχάνημα είχε παραληφθεί και την Παρασκευή θα έμπαινε σε λειτουργία
στο εργοστάσιο . Τον Ντέιβιντ τον ζώσανε τα φίδια .
Και κείνα τα λόγια του πατέρα του ; Εάν αυτό ήταν η σφραγίδα του αντιχρίστου , το χάραγμα ; Τι θα έκανε ; Την Παρασκευή το
μεσημέρι , κατά την έξοδό τους , με άνεση , παρέδιδαν την παλιά κάρτα και
έβαζαν την παλάμη τους σε μια πλάκα όσο το μέγεθος της παλάμης . Στο πλάι ήτανε
μια πρασινωπή οθόνη και επάνω τη έγραφε το ποσό που του πίστωναν , το υπόλοιπο
που είχε και τον αριθμό της κάρτας του , τον παλιό , που ήτανε ο ίδιος με τον
καινούριο . Ο Ντέιβιντ , ανήσυχος , πριν έλθει η
σειρά του , έτρεξε μπροστά στο μηχάνημα να παρακολουθήσει . Κοίταξε στη μικρή
οθόνη . Στην αρχή δεν είδε τίποτα το ανησυχητικό .Μα ξαφνικά κέρωσε . Στο σχήμα
που έδειχνε στην οθόνη την εγγραφή ήτανε δύο αριθμοί , ένας ο αριθμός του
εργαζόμενου , μα αυτή τη φορά ήτανε σημαδεμένος , στην αρχή , στη μέση και στο
τέλος από ένα «6» και αυτά τα τρία εξάρια σχημάτιζαν ένα δεύτερο αριθμό ,
«666». Τρομαγμένος το έβαλε στα πόδια και έφυγε .
Τη Δευτέρα πήγε πάλι
στη δουλειά του . Μα είδε πως υπήρχε μια καινούρια διαδικασία . Έβαζε ο καθένας
το χέρι του σε μια όμοια μηχανή , έκανε ένα κλικ και τραβιότανε μια μπάρα , που
άνοιγε την πόρτα . Κατάλαβε πως δεν μπορούσε πια να δουλέψει . Κατάλαβε πως δεν
θα μπορούσε πια να αγοράσει γάλα για το παιδί του . Κατάλαβε πως ο πατέρας του
είχε δίκιο . Ναι , θα έπρεπε τώρα να τους διώξουν από το διαμέρισμα και να
πεθάνουν από πείνα .Εκεί δίπλα ήταν μια τηλεόραση , και σ ’ αυτήν
παρουσιαζότανε το αηδιαστικό εκείνο γλυκερό πρόσωπο , που τον τελευταίο καιρό
συχνά παρουσιαζόταν . Κάτι έλεγε , μα του φάνηκε πως τον ειρωνευότανε . Σαν να
τον ρωτούσε : «Και τι θα κάνεις τώρα ;» Ένιωσε μια χαρά και έναν ενθουσιασμό
μέσα του και σηκώνοντας το χέρι του στον ουρανό , είπε αρκετά δυνατά «Αυτός
ξέρει ...» και γελώντας κίνησε να συναντήσει τον πατέρα του.