Η ΜΑΝΤΡΑ

 

Αυτή τη φορά η ιστορία που θα σας πω θα είναι για ένα αγοράκι. Και πριν βιαστείτε να πείτε ότι το αγόρι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Ελίζα και τη Ρόδη, να σας πω ότι έχει. Και πολλή μάλιστα. Απλώς το ποια είναι ακριβώς αυτή η σχέση θα το μάθετε κάποια άλλη στιγμή, σε κάποια άλλη ιστορία.

Προς το παρόν, να σας συστήσω το αγόρι αυτό, που στην ιστορία αυτή είναι περίπου τεσσάρων χρονών και το λένε Φάνη. Έχει έναν αδερφό λίγο μεγαλύτερο, που τον λένε Δημήτρη, και δύο γονείς που το αγαπάνε πολύ. Μένουν σε ένα μικρό σπίτι σε ένα προάστιο της Αθήνας.

 

Ένα πρωί που ο καιρός ήταν καλός, τα αγόρια ξύπνησαν με διάθεση να παίξουν. Κάθε πρωί δηλαδή ξυπνούσαν με διάθεση να παίξουν, αλλά εκείνο το πρωινό είχαν ιδιαίτερα κέφια. Έφαγαν λοιπόν βιαστικά το πρωινό τους, παρά τις προσπάθειες της μαμάς τους να τους μάθει τρόπους, και βγήκαν στην αυλή. Έπαιξαν μπάλα, έπαιξαν με τη γατούλα κι έπειτα κοιτάχτηκαν με απόγνωση. Ήταν δυνατόν να τους είχαν τελειώσει κιόλας οι ιδέες;

Και τότε την είδαν, σαν για πρώτη φορά.

Γύρω από τον κήπο του σπιτιού τους, που βρισκόταν από την εσωτερική μεριά, όχι από τη μεριά του δρόμου, βρισκόταν μία πέτρινη μάντρα για να τον διαχωρίζει από τα δίπλα οικόπεδα των άλλων σπιτιών. Είχε και ένα μεγάλο σκαλοπάτι, που πολλές φορές το χρησιμοποιούσαν για να ακουμπάνε την μπουγάδα ή ο,τιδήποτε άλλο χρειαζόταν. Και ήταν το τέλειο μέρος για μια περιπέτεια. Τα δυο αγόρια την κοιτούσαν κι ορθονώταν μπροστά τους σαν ένα βουνό έτοιμο να το σκαρφαλώσουν και να το εξερευνήσουν.

Πήγε σχετικά καλά η ανάβαση. Γρατσουνισμένα γόνατα, σκισμένες παλάμες ούτε που τους απασχολούσαν καθόλου. Έφτασαν στην κορυφή, πρώτα ο ένας και ύστερα ο άλλος, κι ένιωσαν πως είχαν κάνει ένα μεγάλο κατόρθωμα. Κάθισαν για λίγο στην κορυφή να ξαποστάσουν και να απολαύσουν τη θέα από ψηλά.

Δίπλα τους ορθονώταν μια ροδιά και σε μια έξαρση γενναιότητας, ο Δημήτρης σκαρφάλωσε στα κλαδιά της.

Κάθονταν και γελούσαν με τα κατορθώματά τους, όταν άνοιξε η πίσω πόρτα της κουζίνας. Βγήκε ο μπαμπάς κρατώντας ένα μπουκάλι λάδι, για να πάει να το γεμίσει στην αποθήκη. Είδε τα δυο παιδιά σκαρφαλωμένα έτσι επικίνδυνα, το ένα στη ροδιά και το άλλο στη μάντρα, κι έμεινε κόκαλο. Έτρεξε προς το μέρος τους.

Τα επόμενα που θα σας διηγηθώ έγιναν μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, μέχρι μόνο να προλάβει ο μπαμπάς των αγοριών να κάνει δύο βήματα. Όμως έγιναν τόσα πράγματα μέσα σ’ αυτό το λίγο χρόνο, που φάνηκε ότι πέρασε πολύ περισσότερος.

Ο μπαμπάς σκέφτηκε αστραπιαία. Ποιον να πάει να πιάσει πρώτα; Ο μεγάλος ήταν μεγαλύτερος, και ήταν ανεβασμένος στο δέντρο, που όσο να ’ναι είχε τα κλαδιά του, όλο και κάπως θα φρέναρε αν έπεφτε. Ο μικρός ήταν στην πιο επίκινδυνη θέση πάνω στη μάντρα και δεν υπήρχε τίποτα να σταματήσει την πτώση του. Κατευθύνθηκε προς αυτόν, με τα χέρια του ανοιχτά, έτοιμα να τον πάρουν αγκαλιά, να τον φέρουν στην ασφάλεια.

Ο Δημήτρης σκέφτηκε κι εκείνος γρήγορα. Στο μυαλό του γύριζαν οι λέξεις αταξία, τιμωρία, ξύλο, τέλος το παιχνίδι. Ο μπαμπάς του ερχόταν με βιαστικό βήμα να τους χαλάσει την περιπέτιεα, να τους πιάσει στα πράσα, να τους τελειώσει το παιχνίδι με ένα μάλωμα. Κι είχε τα χέρια του ανοιχτά, έτοιμα να τους δείρουν, έτοιμα να τους διακόψουν το παιχνίδι. Δεν υπήρχε χρόνος για να το ξανασκεφτεί.

-Πήδα, Φάνη, πήδα! φώναξε στον αδερφό του με όλη του τη δύναμη.

Ο Φάνης πήδηξε.

 

Όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι ο Φάνης δεν μπόρεσε να μπει ούτε μία φορά στη θάλασσα και με το ζόρι έκανε και μπάνιο στην μπανιέρα, γιατί το χέρι του ήταν στο γύψο.

Ποτέ δεν θα ξεχάσει εκείνη τη φορά, που έσπασε το χέρι του γιατί πίστεψε πως καλύτερα θα ήταν να τρέξει να ξεφύγει από τον πατέρα του αντί να τον εμπιστευτεί.

 

Όταν ο Θεός τρέχει με τα χέρια του απλωμένα προς το μέρος μας, δεν είναι για να μας χαλάσει τη διασκέδαση ούτε για να μας πιάσει στα πράσα και να έχει έναν καλό λόγο για να μας τιμωρήσει ύστερα. Είναι για να μας προστατέψει, για να μας σώσει από κάτι, που το νομίζουμε ότι είναι παιχνίδι, αλλά στην ουσία είναι θανάσιμα επικίνδυνο. Είναι για να μας γλιτώσει, για να μας λυτρώσει, για να μας μεταφέρει στην ασφάλεια. Γιατί η αμαρτία δεν είναι παιχνίδι, όσο κι αν μοιάζει τέτοιο στην αρχή.

Θα το θυμόμαστε μετά από αυτή την ιστορία.

« Διότι ο Υιός του ανθρώπου ήλθε να ζητήση και να σώση το απολωλός.»

                                                                                    (Λουκάς ιθ΄ 10)

                  

                                                                                               Ρ-Ε

 

 

Πνευματικά