Ποιον
αγαπάμε τελικά;
Αυθόρμητα και πρόθυμα θα απαντούσαμε
όλοι. Τον Κύριο αγαπάμε. Θεωρούμε και την ερώτηση και την απάντηση εύκολη και
απλή. Νομίζουμε πως είναι αυτονόητη. Αφού πάμε στην εκκλησία, αφού αγαπάμε τους
αδελφούς, αφού ακούμε κηρύγματα, τον Κύριο θα αγαπάμε… ποιον άλλο;
Άλλωστε είναι και οι αμαρτίες που μας
συγχώρησε. Είναι και ο σταυρός, το αδικοχυμένο αίμα του Ιησού, που συγκινεί
όλους μας. Επομένως, τον Ιησού αγαπάμε. Είναι πράγματι πολύ συγκινητικό Πρόσωπο
ο Ιησούς Χριστός. Αξίζει και δάκρυα να τρέξουν γι’ Αυτόν και ποιήματα να
φτιάξουμε για τη θυσία Του.
Όμως αν ήταν έτσι τα πράγματα, θα
έπρεπε οπωσδήποτε αυτή η αγάπη μας να φαίνεται. Να ζούμε δηλαδή την αγάπη μας
αυτή. Η μέρα μας, οι ώρες μας να κυλάνε μέσα σ’ αυτή την αγάπη, να γεμίζουν με
ζωή υπακοής, εξάρτησης, πρόθυμης παράδοσης στο θέλημά Του, με αγάπη στο πρόσωπό
Του, στο νόμο Του, στο Λόγο Του.
Η αγάπη οδηγεί στην υποταγή, στην
εκζήτηση του Προσώπου του Κυρίου, στην πρόθυμη εκτέλεση του νόμου Του. Με άλλα
λόγια, όποιος αγαπάει τον Θεό, ζει για τον Θεό και όχι για τον εαυτό του.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ίσως
μπορούμε να ομολογήσουμε ότι δεν αγαπάμε τον Κύριο. Αγαπάμε τον εαυτό μας. Και
θέλουμε και τον Κύριο για τον εαυτό μας. Να μας βοηθάει, να μας ευλογεί, να μας
διευκολύνει, να μας συγχωρεί. Υπηρέτης του εαυτού μας ο Κύριος.
Εάν κοιτάξει κανείς τα κίνητρά μας, το
περιεχόμενο της ψυχής μας, θα διαπιστώσει πόσο υπερβολικά αγαπάμε ακόμα τον
εαυτό μας και θέλουμε όλους και όλα να στρέφονται γύρω από μας. Δεν πήγαμε στον
Κύριο για να ζούμε για Κείνον, για τη δόξα Του, για τα σχέδιά Του. Δεν
καταδικάσαμε τον εαυτό μας, δεν τον μισήσαμε, δεν τον αποστρεφόμαστε. Δεν
θέλουμε ο Κύριος να κυριαρχήσει πάνω μας, το θέλημά Του να εξουσιάζει τη ζωή
μας, να μας απορροφήσει τελείως, να μη
ζούμε πλέον εμείς, να μη ζούμε για τους εαυτούς μας αλλά για Κείνον. Δεν
μάθαμε να ζούμε για τη δόξα Του, να ζούμε για να αγιάζεται το όνομά Του με μας,
να ζούμε αποκλειστικά για Κείνον και εμείς να σβήσουμε, να εξαφανιστούμε.
Καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη απόσταση
υπάρχει ανάμεσα στο «αγαπώ τον Κύριο»
και στο «θέλω τον Κύριο για τον εαυτό
μου, για τα δικά μου». Το πρώτο λειτουργεί τελείως διαφορετικά από το
δεύτερο. Το «αγαπώ τον Κύριο»
προϋποθέτει το «μισώ τον εαυτό μου, μισώ τη ζωή μου και τα δικά μου, Του δίνω την
ψυχή μου να Του ανήκει, να τη γεμίσει, Του παραδίνομαι να με ξοδέψει για τη
δόξα Του». Του ανήκω χωρίς παρεμβολές δικές μου, χωρίς αντίσταση της ζωντανής
σάρκας, χωρίς τα δηλητήρια του εγωισμού μου, των επιθυμιών μου.
Όταν όμως επιμένω να αγαπώ τον εαυτό
μου, χωρίς να υποχωρώ καθόλου από τα δικά μου, τότε φυσικό είναι ότι στην ψυχή
μου έχω μια κάλπικη αγάπη για έναν Θεό – υπηρέτη του εγωισμού μου, των
επιθυμιών μου, που Τον θέλω να με εξυπηρετεί, να με βοηθάει, να μου εξασφαλίζει
άνεση και προβολή, ταΐζοντας τον εγωισμό και τη φιλαυτία μου.
Ποιον αγαπάμε αλήθεια μετά απ’ όλα
αυτά; Δεν μπορεί να αγαπάμε τον Θεό και να μην αγαπάμε τη σταυρωμένη ζωή. Δεν μπορεί να λέμε πως αγαπάμε τον Θεό χωρίς να σηκώνουμε κάθε μέρα το σταυρό μας, χωρίς
να νεκρώνουμε τον εαυτό μας. Δεν
μπορούμε να αγαπάμε τον Θεό χωρίς να αγαπάμε το θέλημά Του, χωρίς να λαχταράμε
να αναλωθούμε για τη δόξα Του, χωρίς να θεωρούμε τιμή και καμάρι μας την
κοινωνία των παθημάτων Του.
Η κάθε μας μέρα, οι συζητήσεις μας, οι
προσευχές μας, το περιεχόμενο της ψυχής μας, αποδεικνύουν ότι, ενώ πήγαμε στον
Χριστό, συνεχίζουμε τα αγαπάμε τον εαυτό μας και να ζούμε για τα δικά μας. Δεν
καταλάβαμε πως όσοι πηγαίνουν στον Θεό πηγαίνουν για Εκείνον, για τη δόξα Του,
για τα σχέδιά Του, και όχι για τον εαυτό τους. «Δεν ζω εγώ πλέον» ομολογεί ο απόστολος Παύλος. Και το θεωρείς δώρο
ανεκτίμητο και τιμή μεγάλη να σε λυτρώσει ο Κύριος από τον καταραμένο εαυτό
σου, από το δράμα σου το εσωτερικό, που η αμαρτία γεννοβόλησε και καλλιέργησε
μέσα σου.
Ποιον αγαπάμε; Ας το ομολογήσουμε:
αγαπάμε τη βολή μας, την ξεκούρασή μας, την τακτοποίησή μας, αγαπάμε την
προβολή μας. Και μέσα στις εκκλησίες, με το μανδύα ίσως του έργου για τη
σωτηρία των ψυχών, είναι καλυμμένη η αγάπη για τον εαυτό μας, η προβολή μας, η
αλαζονεία μας. Αγαπάμε όλα όσα μας ευχαριστούν, μας διασκεδάζουν. Αγαπάμε τις
ποικιλίες. Αγαπάμε την άνεση, την ευρυχωρία. Άρα αγαπάμε τον εαυτό μας.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι πρέπει
να κάνουμε; Πρώτο βήμα και σοβαρό είναι να το παραδεχτούμε και να το
ομολογήσουμε στον Κύριο και να Του ζητήσουμε να μας δώσει δύναμη να λυτρωθούμε
από αυτήν την άρρωστη κατάσταση. Εδώ θέλει προσοχή. Όχι στρογγυλέματα και
ωραιοποίηση της κατάστασής μας. Θα μιλήσουμε στον εαυτό μας και στον Κύριο με
ταπείνωση, με ευθύτητα, με αλήθεια. Θα δείξουμε στον Κύριο ότι το καταλάβαμε,
το συνειδητοποιήσαμε, ότι συμφωνούμε με όσα μας φωτίζει η αλήθεια του Πνεύματός
Του. Θα δει ο Κύριος στην καρδιά μας ότι είμαστε έτοιμοι να συμμορφωθούμε με
τον άγιο Λόγο Του όποιο κι αν είναι το κόστος.
Όταν φτάσουμε στο σημείο αυτό, τότε θα
δούμε τον Κύριο να μας δείχνει το σταυρό για να πάμε κι εμείς να συσταυρωθούμε
δια της πίστεως μαζί με τον Χριστό. Θα μας δείξει τον τρόπο να μισήσουμε τον
εαυτό μας, να τον αποστραφούμε, να τον καταδικάσουμε, να μην τον λογαριάζουμε
πλέον. Να ξεντυθούμε τον παλιό άνθρωπο με τις πράξεις του και να ντυθούμε τον
νέο, τον Ιησού Χριστό, που θα αναπτυχθεί μέσα μας και θα γίνει ο νέος μας
εαυτός.
«Να απεκδυθήτε τον παλαιόν άνθρωπον τον κατά την
προτέραν διαγωγήν, τον φθειρόμενον κατά τας απατηλάς επιθυμίας, και να ανανεώνησθε εις το πνεύμα του νοός σας, και να ενδυθήτε τον νέον άνθρωπον, τον κτισθέντα
κατά Θεόν εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας.» (Εφεσίους δ΄ 22-24)
Δεν είναι εύκολο, ούτε απλό. Αλλά δεν
υπάρχει άλλος δρόμος. Θα πρέπει να αποφασίσουμε αν πήγαμε στον Κύριο για τον
εαυτό μας ή για Εκείνον. Από αυτή μας την απόφαση θα κριθεί το αιώνιο μέλλον
μας. Εμείς ίσως επιμένουμε ότι κάποτε πιστέψαμε, αναγεννηθήκαμε, γίναμε δικά
Του παιδιά. Έχουμε όμως μία πολύ σοβαρή εκκρεμότητα, που πρέπει να
τακτοποιηθεί. Ποιον αγαπάμε πραγματικά και για ποιον θα ζήσουμε εδώ κάτω σ’
αυτή τη γη; Ποιος είναι ο πραγματικός κύριος της ζωής μας και της καρδιάς μας;
Λέμε ότι δώσαμε την καρδιά μας στον Χριστό, αλλά όλοι το ξέρουμε, και φυσικά
και ο Ίδιος ο Κύριος, ότι την καρδιά του ο άνθρωπος πολύ δύσκολα τη δίνει σε
κάποιον ή σε κάτι. Αυτός είναι και ο λόγος, που ο Κύριος την ζητάει τόσο
καθαρά, «Υιέ μου, δος την καρδίαν σου εις
Εμέ.» (Παροιμίες κγ΄ 26). Αν δεν προχωρήσουμε σε αυτήν την πλήρη και
ολοκληρωτική παραχώρηση του εαυτού μας στη διάθεση του Κυρίου, ας το ξέρουμε,
ότι η σωτηρία μας έχει σοβαρό πρόβλημα και η αποδοχή μας από τον Πατέρα Θεό στη
Βασιλεία Του δεν είναι σίγουρη ή εξασφαλισμένη. Γιατί κληρονόμοι της δόξας Του
θα είναι μόνον οι συσταυρωμένοι και συναναστημένοι μαζί με τον Ιησού Χριστό.
Ας κοιτάξουμε για άλλη μια φορά την
αγάπη μας. Μόνοι μας, δεν χρειάζονται τρίτοι. Ο Κύριος κι εμείς. Μήπως αντί να
αγαπάμε τον Κύριο, αγαπάμε τα δώρα Του; Μήπως αντί να λατρεύουμε τον Κύριο,
υπηρετούμε τον εαυτό μας, τις επιθυμίες μας; Μήπως έχουμε ακόμα είδωλα, που τα
προσκυνάμε και τα πιστεύουμε στην καρδιά μας; Ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Όσο
είναι σε εκκρεμότητα αυτή η απάντηση που οφείλουμε στον Θεό, μάλλον δεν
πρόκειται να προοδεύσουμε, να αυξηθούμε, να ευλογηθούμε. Ειδικά όταν πρόκειται
για το πού θα γείρει η καρδιά μας, τι και ποιον θα αγκαλιάσει η αγάπη μας, την
απάντηση την περιμένει ξεκάθαρη και ο Θεός και ο Σατανάς, για να ξέρει ποιος
και πώς θα προχωρήσει με μας.