Η Αλτζχάιμερ της γιαγιάς

 

Ήταν πολύ δύσκολο για μας που την παρακολουθούσαμε να χειροτερεύει. Αδυνάτιζε και κύρτωνε το σώμα της κάθε μέρα και περισσότερο. Διανοητικά βλέπαμε να χάνει λίγο-λίγο την ικανότητά της να επικοινωνεί με την πραγματικότητα. Αρχικά η γιαγιά μου ένιωθε δυσφορία με αυτά τα ανυπόφορα συμπτώματα της αρρώστιας της, που την έκανε τόσο διαφορετική απ' αυτό που σ' όλη της τη ζωή υπήρξε.

 

Τελικά η γιαγιά συμφιλιώθηκε με την αρρώστια της και λίγο μετά παραιτήθηκε. Υπήρξε πάντοτε δυνατή γυναίκα. Όταν ήταν νέα, είχε μια λαμπρή καριέρα, την εποχή που ήταν ασυνήθιστο στις γυναίκες να κάνουν καριέρα. Ήταν μία ανεξάρτητη γυναίκα. Στα ογδόντα της ανέβαινε στη σκάλα για να πλύνει τα τζάμια στα παράθυρα στο σπίτι της μόνη. Ήταν ταυτόχρονα γυναίκα με βαθιά και γνήσια πίστη στο Θεό. Όταν η γιαγιά δεν είχε πια τη δυνατότητα να μένει μόνη στο σπίτι, ο πατέρας μου την έφερε στο δικό μας να μένει μαζί μας. Το σπίτι συχνά γέμιζε με εγγόνια και δισέγγονα και αυτό της έδινε χαρά, να περιβάλλεται από τη μεγάλη της οικογένεια με τα πιτσιρίκια γεμάτα ζωή, και φασαρία φυσικά.

Καθώς η κατάσταση της γιαγιάς χειροτέρευε, τη βλέπαμε να απομακρύνεται σιγά-σιγά από μας και από την πραγματικότητα της ζωής. Είχε όμως και κάποιες ώρες, που με πολύ καθαρό μυαλό, αναγνώριζε τα πρόσωπά μας, αλλά και το χώρο που βρισκόταν. Εμείς οι υπόλοιποι δεν ξέραμε ούτε πότε ήταν αυτές οι ώρες, ούτε τι τις προκαλούσε ούτε και πόσο θα διαρκούσαν.

Προς το τέλος της ζωής της έλεγε και ξανάλεγε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η μητέρα της τής είχε πλέξει όλα όσα είχε και φορούσε. "Η μητέρα μου έπλεξε τις μπότες μου", έλεγε στους ξένους και έδειχνε τα πόδια της στη θέση των παπουτσιών. "Η μητέρα μου μού έπλεξε το πανωφόρι μου", έλεγε απρόκλητα και χαμογελούσε με εκείνο το "άρρωστο" και "άδειο" χαμόγελο της αρρώστιας της, την ώρα που ανέβαζε το φερμουάρ στο αδιάβροχό της.

Ήταν το τελευταίο φθινόπωρο της γιαγιάς στη ζωή, που αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί οικογενειακώς μια εκδρομή στην εξοχή. Γεμίσαμε τα αυτοκίνητα με τα απαραίτητα και πήγαμε σε ένα κοντινό πάρκο, που είχε και μία γιορτή, κάτι σαν μια εκδήλωση με παιχνίδια και αγωνίσματα. Η γιαγιά πάντα αγαπούσε τα λουλούδια και ο πατέρας μου, που το ήξερε, της αγόρασε ένα τριαντάφυλλο από την έκθεση. Το πήρε χαρούμενη και περήφανη το κρατούσε όλη την ώρα, κάθε τόσο σταματούσε, το μύριζε και έδειχνε να απολαμβάνει το άρωμά του.

Όπως ήταν φυσικό, η γιαγιά δεν μπορούσε να μας ακολουθήσει στα αθλήματα και τα τρεχάματα στο πάρκο και έτσι την αφήσαμε στο κοντινότερο παγκάκι. Την τακτοποιήσαμε και αρχίσαμε να παίζουμε. Ήμαστε ήσυχοι, γιατί φαινόταν να έχει διαύγεια, έδειχνε ευχαριστημένη με το περιβάλλον και σα να χαιρόταν που μας έβλεπε να παίζουμε.

Στο παγκάκι που πήγαμε να καθίσει η γιαγιά, καθόταν ήδη μια νεαρή γυναίκα, σκυθρωπή, ανόρεχτη, αλλά δεν έδειξε να ενοχλείται από την παρουσία της γιαγιάς δίπλα της. Η μητέρα μου μού έπλεξε αυτό το πανωφόρι, της είπε η γιαγιά μόλις την πρωτοείδε, και κάθισε ήσυχα δίπλα της.

Όπως ήταν φυσικό, δεν αφήσαμε τη γιαγιά από τα μάτια μας ούτε στιγμή και όταν γυρίσαμε στο παγκάκι της μετά από ώρα είδαμε τη νεαρή γυναίκα δίπλα της να κρατάει το τριαντάφυλλο. Φαινόταν να έχει κλάψει, τα μάτια της ήταν κόκκινα.

"Σας ευχαριστώ τόσο πολύ που φέρατε τη γιαγιά σας να καθίσει δίπλα μου στο παγκάκι", μας είπε συγκινημένη και μας διηγήθηκε όλη την εκπληκτική της ιστορία. Ήταν η ημέρα που είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Ήταν βαθιά θλιμμένη, απογοητευμένη, και δεν έβρισκε κανένα λόγο να συνεχίσει να ζει πάνω στη γη. Σχεδίαζε μετά τη βόλτα της στο πάρκο να πάει στο σπίτι της και να βάλει τέλος στη θλιμμένη στη ζωή που ζούσε. Όμως, καθώς κάθισε η γιαγιά δίπλα της στο παγκάκι, άρχισε να της λέει όλα όσα τη βασάνιζαν, τα προβλήματά της, τις στεναχώριες της, τις σκέψεις της.

"Η γιαγιά σας με άκουσε όλη την ώρα με προσοχή", μας είπε η νεαρή γυναίκα. "Μου είπε και εκείνη πως είχε περάσει κάποτε μια περίοδο της ζωής της με κατάθλιψη και είχε χάσει κάθε ελπίδα. Μου είπε ότι ο Θεός με αγαπάει και ότι με παρακολουθεί και με προσέχει και είναι έτοιμος να με βοηθήσει την ώρα που έχω προβλήματα και στενοχώριες. Μου έδωσε αυτό το όμορφο τριαντάφυλλο και μου είπε ότι η ζωή μου είναι όμορφη και ότι θα ξετυλιχθεί όπως αυτό το τριαντάφυλλο, που θα αρχίσει σε λίγο να μαδάει, αλλά θα μείνει η ομορφιά της και το άρωμά της να θυμάμαι. Μου είπε ότι η ζωή μου είναι ένα δώρο σε μένα και μου υποσχέθηκε να προσεύχεται για μένα".

Έπειτα σηκώθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, αγκάλιασε τη γιαγιά και την ευχαρίστησε που της έσωσε τη ζωή της. Η γιαγιά χαμογέλασε με εκείνο το 'άδειο' χαμόγελο και τη χτύπησε στον ώμο με καλοσύνη. Καθώς η νεαρή γυναίκα γύρισε να φύγει, μας χαιρέτησε. Η γιαγιά την χαιρέτησε και μετά γύρισε σε μας απορημένη, σα να μην πολυκατάλαβε τι γινόταν, και μας είπε όλο ενθουσιασμό: "Η μαμά μου μού έπλεξε το καπέλο μου!"

(Ελεύθερη απόδοση)

Υπάρχει κανείς που να περισσεύει στον Κύριο;

Υπάρχει κανείς που να μη μπορεί να κάνει κάτι για τον Κύριο;

Υπάρχει κανείς που δεν έχει δουλειά στον αγρό του Κυρίου;

Υπάρχει κανείς που νιώθει άχρηστος ή αχρησιμοποίητος;

Υπάρχει κανένας τόσο μικρός, που να μη μπορεί να τον χρησιμοποιήσει ο Κύριος;

Υπάρχει κανείς τόσο αδύναμος, τόσο αγράμματος, τόσο ασήμαντος, που να μη μπορεί ο Κύριος των θαυμάτων να κάνει μεγάλα πράγματα μ' αυτόν;

Η απάντηση σε όλα αυτά και όλα τα παρόμοια ερωτήματα είναι "όχι"! μετά από την όμορφη και πέρα για πέρα αληθινή ιστορία που σας διηγήθηκα, μια απάντηση όμως που πρέπει να τη δώσει ο καθένας μόνος του στον εαυτό του. 

 

Πνευματικά