ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ
Ελίζα και Ρόδη
Ελπίδα
Τώρα που η Ρόδη είναι πια
μεγάλη κοπέλα, κάθε φορά που διηγείται
πώς έσπασε το χέρι της όταν ήταν μικρή, πάντα βρίσκεται κάποιος να
γελάσει. Η αλήθεια είναι ότι όντως ήταν πολύ παράξενη η περιπέτεια της Ρόδης εκείνη την ημέρα, αλλά οι δύο μήνες που πέρασε μετά
με το χέρι στο γύψο δεν ήταν παιχνιδάκι. Και να πώς έγιναν τα πράγματα.
Η Ελίζα πήγαινε στην
τρίτη τάξη του Δημοτικού και η Ρόδη στη δευτέρα, φυσικά στο ίδιο Σχολείο. Η Ελίζα ως πιο μεγάλη πάντα είχε στο νου της να προσέχει τη
μικρή της αδελφή, αλλά δεν ήταν και συνέχεια μαζί, γιατί η καθεμία είχε τις
δικές της φίλες, τις δικές της συμμαθήτριες.
Μια
μέρα, λοιπόν, είχαν διάλειμμα. Την προηγούμενη ώρα η τάξη της Ρόδης είχε γυμναστική και σε ένα παιχνίδι που έπαιξαν, κάτι
σαν βόλεϊ, η ομάδα των κοριτσιών είχε νικήσει τα αγόρια. Ένα τέτοιο γεγονός δεν
μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, όπως ξέρουμε όλοι όσοι έχουμε περάσει κάποια
χρόνια στο σχολείο. Η Ρόδη δεν ήταν και πολύ θαρρετή
σε κάτι τέτοια, αλλά ούτε και την ενδιέφερε να μπλέξει σε τσακωμούς. Κυρίως
όμως αυτό που είχε μάθει από το σπίτι της ήταν ότι ο Θεός λέει να κάνουμε στους άλλους αυτά που θα θέλαμε να
μας κάνουν κι αυτοί εμάς. Όχι ότι δεν της ερχόταν κι εκείνης μερικές φορές να
μιλήσει απότομα και ανταγωνιστικά στις φίλες της, αλλά δεν ήθελε να συμμετέχει
στα κοροϊδευτικά σχόλιά τους, που τα φώναζαν στα αγόρια και τ’ άκουγε όλο το
προαύλιο.
Έτσι, έμεινε λίγο πιο πίσω και
κοιτούσε. (εδώ είναι το σημείο που γελάνε συνήθως, δεν μπορώ να καταλάβω το
γιατί). Στο μεταξύ, μια συμμαθήτριά της βάλθηκε να τσακώνεται με έναν συμμαθητή
της, μέχρι που τον εκνεύρισε. Ε, και καθώς ήτανε και νέα παιδιά και έβραζε το
αίμα τους, κάνει μία ο Τάσος, έτσι το έλεγαν το παιδί, να της δώσει μια
σφαλιάρα. Σκύβει απότομα το κοριτσάκι το άλλο και την τρώει τη σπρωξιά η Ρόδη.
Το τι ακολούθησε μετά, το φαντάζεστε
λίγο πολύ όλοι. Μαζεύτηκαν γύρω της κάτι παιδιά και ρωτούσαν να μάθουν τι
έγινε, άλλοι πήγαν να φωνάξουν τους γυμναστές και η Ρόδη
έκλαιγε, όχι τόσο από πόνο ίσως, όσο από φόβο. Όταν ήρθε ο γυμναστής, το πρώτο
πράγμα που έκανε ήταν να σκορπίσει το πλήθος από περίεργους και να τους στείλει
στις τάξεις τους. Μάλιστα, έτσι ταραγμένος όπως ήταν, δεν κατάλαβε ότι το μόνο
παιδί που έμεινε δίπλα στην πεσμένη Ρόδη ήταν η
αδελφή της, η Ελίζα, που είχε φτάσει στο προσκήνιο
τελευταία. Έκανε λοιπόν μια κίνηση με το χέρι του να της πει να φύγει και της
άνοιξε τη μύτη. Την ώρα που μια από τις δασκάλες την πήγε στις βρύσες για να
σταματήσει το αίμα, ο γυμναστής έδεσε το χέρι της Ρόδης
πρόχειρα με δύο σκυτάλες και επίδεσμο. Όταν το είδε αργότερα ο γιατρός, είπε
ότι είχε κάνει πολύ καλή δουλειά ο γυμναστής και ίσως επειδή το είχε στερεώσει
τόσο καλά, δεν έγινε χειρότερη ζημιά στο χέρι.
Όταν τέλειωσαν όλα αυτά τα
συναρπαστικά γεγονότα και ηρέμησαν κάπως όλοι, η Ελίζα
πήρε τηλέφωνο τους γονείς τους και η δασκάλα κάλεσε το ασθενοφόρο.
Όλα τα υπόλοιπα πέρασαν για τη Ρόδη σαν σε όνειρο. Αυτό που θυμάται καθαρά είναι ότι πιο
πολύ από τον πόνο την βασάνιζε που ήταν μόνη της. Ένιωθε τόσο μικρή και τόσο
χαμένη ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ευγενικούς αγνώστους με τα άσπρα ρούχα.
Περίεργο δεν είναι, στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής μας καταλαβαίνουμε τι
είναι το πιο σημαντικό για μας, που ίσως όταν όλα πάνε καλά δεν το
συνειδητοποιούμε. Πόσες φορές είχαν ευχηθεί η Ελίζα
και η Ρόδη να μην ήταν η μαμά τόσο αυστηρή, να τις
άφηνε στην ησυχία τους να κάνουν ό,τι θέλουν. Κι όμως, τώρα, ενώ όλοι έλεγαν το
καημένο το παιδάκι που πονάει, η Ρόδη το μόνο που
ήθελε στον κόσμο ήταν η μαμά της.
Ο πραγματικός πόνος ήρθε όταν
ξύπνησε. Βρισκόταν σε ένα άσπρο κρεβάτι σε ένα δωμάτιο με μερικά ακόμη κρεβάτια
με παιδιά και δίπλα της καθόταν η μαμά, ο μπαμπάς και η Ελίζα,
δηλαδή οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στον κόσμο. Η Ρόδη
αισθάνθηκε αμέσως ανακούφιση, που όμως σύντομα διακόπηκε από ένα δυνατό πόνο
στο δεξί της χέρι. Ήταν καλυμμένο μέχρι τον αγκώνα με γύψο, τόσο σφιχτά, που τα
δάχτυλά της είχαν πρηστεί και την έκοβε. Επίσης ήταν τόσο βαρύ, που δεν
μπορούσε να το σηκώσει.
Ο γιατρός είπε ότι πρέπει να είναι
το χέρι της όρθιο και να ανοιγοκλείνει την παλάμη της συνέχεια για να
ανακουφιστεί ο πόνος. Έτσι άρχισαν τα βασανιστήρια. Εκτός από αυτήν την επίπονη
άσκηση, η Ρόδη, από τη δεύτερη μέρα ανακάλυψε ότι
είχε και ένα σωρό άλλα προβλήματα: της έλειπε η Ελίζα,
της έλειπε το κρεβάτι της, της έλειπε το αρκουδάκι της και την ενοχλούσε η
φασαρία από τα άλλα παιδιά στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Και φυσικά πονούσε.
Ένιωθε τελείως δυστυχισμένη.
Λίγο αργότερα όμως, γνώρισε την
Ελπίδα. Η Ελπίδα ήταν ένα κορίτσι λίγο μεγαλύτερο από τη Ρόδη,
αλλά όταν την πρωτοείδε τη νόμισε για πιο μικρή. Η Ελπίδα είχε γεννηθεί χωρίς
πόδια καθόλου και κυκλοφορούσε πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, και καθισμένη πάνω σ’ αυτό φαινόταν πολύ μικροσκοπική. Η
Ελπίδα ήταν το πιο χαρούμενο και ζωντανό πλάσμα που είχε δει ποτέ της η Ρόδη. Το δωμάτιο στο οποίο έμενε ήταν σε άλλο όροφο στο
νοσοκομείο, αλλά εκείνη τριγύριζε παντού, σε όλους τους ορόφους, σε όλα τα
δωμάτια, και έκανε γνωριμίες με όλο τον κόσμο. Μιλούσε με τις νοσοκόμες, έκανε
παρέα στους γονείς που ήταν καθισμένοι δίπλα στα κρεβάτια των παιδιών τους, και
είχε ένα σωρό φίλους από τα άρρωστα παιδιά. Όπου άκουγες δυνατά γέλια ή
χαρούμενες κουβέντες στο νοσοκομείο, ήσουν σχεδόν σίγουρος ότι εκεί βρισκόταν η
Ελπίδα.
Η Ρόδη
ήταν πολύ ντροπαλή και δεν ξέρω εάν από μόνη της θα είχε πιάσει φιλίες με την
Ελπίδα, αλλά φρόντισε γι’ αυτό ο παππούς της. Ερχόταν συχνά και της έκανε παρέα
και καθώς ήταν ο πιο χαρούμενος και πιο αστείος άνθρωπος στον κόσμο (και ακόμα
είναι), πάντα της έφτιαχνε το κέφι και την έκανε να ξεχνιέται. Ο παππούς λοιπόν,
μια που είχε και αυτός έφεση στις γνωριμίες και γενικά στις κοινωνικές σχέσεις,
έγινε πολύ γρήγορα φίλος με την Ελπίδα. Σύντομα, το κρεβάτι της Ρόδης ήταν ο πιο συχνός προορισμός της. Έτσι τη γνώρισε η Ρόδη.
Την παρακολουθούσε με θαυμασμό να
μπαινοβγαίνει στο ασανσέρ με ευκολία, να είναι ευγενική και ευχάριστη με όλους
και να μην τη νοιάζει που ήταν διαφορετική από τα άλλα παιδιά. Ούτε ποτέ την
άκουσε να κλαίει ούτε καν να παραπονιέται. Σιγά σιγά
η Ρόδη ανακάλυψε ότι δεν της ερχόταν τόσο συχνά να
παραπονεθεί και ότι δεν ένιωθε και τόσο δυστυχισμένη. Από τότε που γνώρισε την
Ελπίδα, ανακάλυψε ότι υπάρχει και άλλος τρόπος να περάσεις μια δοκιμασία, εκτός
από τη γκρίνια και την κακομοιριά. Η Ελπίδα φαινόταν τόσο γενναία, τόσο
χαριτωμένη, που χαιρόσουν να την βλέπεις, τη θαύμαζες αντί να τη λυπάσαι. Σε
έκανε να σκεφτείς ότι η αναπηρία της ήταν κάτι το ιδιαίτερο, που δεν το έχει ο
καθένας. Και ήταν τόσο χαρούμενη συνέχεια, που η Ρόδη
τη ζήλευε. Έτσι, η Ρόδη άρχισε να προσέχει πιο
πολύ αυτά που έλεγαν οι γονείς της. Να,
όταν κάποιος μάθαινε τι είχε συμβεί στο χεράκι της Ρόδης,
συνήθως γινόταν έξω φρενών. Απορούσαν με τους γονείς της που δεν είχαν μέσα
στην καρδιά τους θυμό και πικρία για αυτό που τόσο άδικα συνέβηκε στην κορούλα
τους. Κάποιος μάλιστα τους συνέστησε να κάνουν μήνυση στους γονείς αυτού του
παιδιού που την είχε ρίξει κάτω. Όμως οι γονείς της απλώς χαμογέλασαν και είπαν
ότι αυτή την περιπέτεια την έβλεπαν σαν κάτι που επέτρεψε ο Θεός στη ζωή τους.
Ήταν βέβαια δύσκολα τα πράγματα πολλές φορές και πέρασε όλη η οικογένεια μια
μεγάλη δοκιμασία. Αλλά, όπως λέει μέσα στο Λόγο του Θεού, για αυτούς που Τον
αγαπούν, ο Θεός φροντίζει ώστε ό,τι έρθει στη ζωή τους να είναι για το καλό
τους. «Και ξέρουμε ότι όλα συνεργούν προς
το αγαθό σ' αυτούς που αγαπούν τον Θεό.» (Ρωμαίους 8:28) Και ακόμα και εάν
η Ρόδη δεν καταλάβαινε πώς είναι δυνατόν να είναι
καλό το να σπάσεις το χέρι σου, άρχισε να το πιστεύει, ότι στ’ αλήθεια ο Θεός
το είχε φέρει αυτό στη ζωή της για καλό. Και ανακάλυψε ότι αισθανόταν πολύ πιο
χαρούμενη έτσι και πως δεν της φαίνονταν όλα μαύρα.
Έπειτα, όταν γύρισε στο σπίτι της,
ανακάλυψε ακόμη ότι τα καταφέρνει και να γράφει και να ζωγραφίζει με το
αριστερό της χέρι. Επίσης, ο γύψος στο χέρι της έγινε ένας πολύτιμος πίνακας
ζωγραφικής αφού όλοι, συγγενείς, φίλοι και συμμαθητές, έψαχναν μετά μανίας ένα
μικρό κενό για να γράψουν μια αφιέρωση ή το όνομά τους ή μια ζωγραφιά. Κυρίως
όμως η Ρόδη συνέχεια έφερνε στο νου της το γελαστό
πρόσωπο της Ελπίδας, για να θυμάται πόσο ασήμαντο ήταν αυτό που είχε πάθει σε
σχέση με το τι δυσκολίες περνάνε άλλα παιδιά στη ζωή τους. Και ακόμα για να
θυμάται ότι και τη χειρότερη κατάσταση μπορούμε να την περάσουμε χαμογελώντας
και με θάρρος, ειδικά εάν έχουμε στη διάθεσή μας την πανίσχυρη δύναμη του Θεού.
Την ημέρα που πήγε η Ρόδη στο νοσοκομείο για να της βγάλουν το γύψο, χιόνιζε. Το
νοσοκομείο ήταν πάνω στην Πεντέλη και το χιονισμένο τοπίο σου έκοβε την ανάσα.
Ο γιατρός που της έκοψε το γύψο της είπε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο όση
ώρα εκείνος θα δούλευε στο χέρι της. Όντως ήταν μαγευτική η θέα από το παράθυρο,
αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη Ρόδη από το να πονέσει, και
μάλιστα πολύ (και το θυμάται μέχρι και τώρα).
Τελοσπάντων
ο γύψος έφυγε, ο γιατρός έδωσε στη μαμά κάποιες οδηγίες και έφυγαν να πάνε
σπίτι. Και τότε, καθώς περπατούσαν στο διάδρομο, η Ρόδη
την είδε για τελευταία φορά. Στην αρχή δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει, γιατί η
Ελπίδα δεν ήταν πια στο καροτσάκι, που είχε καταλήξει να γίνει σαν προέκταση στο σώμα της.
Περπατούσε με πόδια. Και ήταν τόσο ψηλή, έριχνε τουλάχιστον δύο κεφάλια στη Ρόδη. Μόλις την κατάλαβε η Ρόδη,
έτρεξε κοντά της να της δείξει το χέρι της χωρίς γύψο και να της πει πόσο
χαιρόταν που την έβλεπε να μπορεί επιτέλους να περπατήσει.
«Είσαι τόσο όμορφη, Ελπίδα, σαν
άλλος άνθρωπος.»
Εκεί όμως σταμάτησε. Για πρώτη φορά
η Ελπίδα δεν γελούσε. Και όχι μόνο δεν γελούσε, αλλά φαινόταν δυστυχισμένη.
«Δεν είμαι καθόλου όμορφη, είπε
λυπημένα η Ελπίδα. Και πονάνε τόσο πολύ. Δεν μπορώ να περπατήσω. Πρέπει να κάνω
ένα σωρό φυσικοθεραπείες, και να περπατάω με πατερίτσες, και δεν ξέρω αν θα
περπατήσω ποτέ κανονικά. Αχ, τι ωραία που ήταν πριν. Πήγαινα όπου ήθελα και
γρήγορα. Ελπίζω να μου τα βγάλουν αυτά τα πόδια, δεν μπορώ, πονάω πάρα πολύ.»
Στο δρόμο για το γυρισμό η Ρόδη ήταν πολύ σιωπηλή. Για πρώτη φορά μετά από εκείνη την
πρώτη μέρα που έσπασε το χέρι της της ερχόταν να
κλάψει. Παρόλο που τελικά είχαν κάτσει αρκετή ώρα μαζί με την Ελπίδα και στο
τέλος φαινόταν κάπως να έχει ξαναγυρίσει το παλιό της κέφι. Παρόλο που
καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, η μαμά της
εξήγησε ότι πάντα έτσι είναι στην αρχή και ότι τέτοιες επεμβάσεις γίνονται σε
πολύ κόσμο και δεν είναι τίποτα, το συνηθίζεις, μόνο στην αρχή είναι τα
δύσκολα. Παρόλο που είχε φύγει ο γύψος από το χέρι της και το αισθανόταν γερό
και ανάλαφρο. Παρόλα αυτά της ερχόταν να κλάψει.
Το βράδυ, στο σπίτι, αφού είχαν
παίξει με τις ώρες με την Ελπίδα για να γιορτάσουν το γεγονός, έπεσαν
κουρασμένες, αλλά με αυτήν τη ευτυχισμένη εξάντληση, να κοιμηθούν. Εκείνο το
βράδυ ήταν που για πρώτη φορά στην προσευχή της η Ρόδη
ευχαρίστησε τον Θεό που έσπασε το χέρι της. Που δεν είχε πάθει τίποτα
χειρότερο, που δεν είχε υποφέρει για πολύ από τους πόνους, που έγινε καλά.
Βέβαια μετά, για πολλά χρόνια, μέχρι
συνειδητά να γίνει του Χριστού και να Τον βάλει για πάντα στην καρδιά της, η Ρόδη ξέχασε να ευχαριστεί τον Θεό για τα τόσο πολύτιμα και
σπάνια δώρα που της χάριζε απλόχερα. Εκείνη όμως τη νύχτα ποτέ δεν την ξέχασε.
Και από τότε πάντα το ήξερε στο βάθος του μυαλού της ότι ο Θεός την προστατεύει
και την προσέχει, ακόμα και όταν εκείνη ήταν ανυπάκουη και δεν έδινε καμία
σημασία στη φωνή Του. Ήρθε όμως η στιγμή που ο Κύριος της τα θύμισε όλα αυτά,
και τότε δεν μπορούσε παρά να Του παραδώσει τη ζωή της ολόκληρη. Αλλά αυτή
είναι μια άλλη όμορφη ιστορία, που θα την πούμε μια άλλη φορά.
Ρ-Ε