Σε λάθος χέρια
Ο Ευτύχης μεγάλωνε με τρεις μαμάδες και έναν μπαμπά.
Οι αδερφές του, η Ελίζα και η Ρόδη, έκαναν όλα όσα κάνουν και οι πραγματικές
μητέρες: προσπαθούσαν να τον ταΐσουν όταν άρχισε να τρώει κρέμες, προσπαθούσαν
να τον κοιμίσουν όταν είχε κολικούς, προσπαθούσαν να του μάθουν τρόπους όταν
αρνιόταν να μοιραστεί τα παιχνίδια του με άλλα παιδιά και του φορούσαν τα
παπουτσάκια του όταν έπρεπε να φύγουν από την παραλία. Και κυρίως, κάτι που
είναι κοινό για τις μητέρες όλου του κόσμου, δεν άφηναν κανέναν να τον πειράξει.
Ειδικά όταν ήταν μωράκι, και όλοι λαχταρούσαν να τον
πάρουν αγκαλιά, η Ελίζα και η Ρόδη ανησυχούσαν μήπως κανείς του κολλήσει καμιά
ίωση ή τον ρίξει κάτω κάνοντας απίστευτα ακροβατικά και παιχνίδια.
Η αλήθεια είναι όμως πως δεν ήταν πάντα έτσι τα
πράγματα. Αλλά τώρα πια είχαν ξεχάσει κάποιο περιστατικό, που είχε συμβεί πριν
από πολλά χρόνια, και, εάν κανείς τους το θύμιζε, θα σήκωναν τα φρύδια με
έκπληξη.
Ήταν πολύ πριν γεννηθεί ο Ευτύχης. Η Ελίζα και η Ρόδη
ήταν δύο μικρά κοριτσάκια στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, αχώριστες
φιλενάδες. Ήταν καλοκαίρι, και είχαν πάει οικογενειακώς να μείνουν με κάποιους
συγγενείς σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Τα κορίτσια έπαιζαν όλη μέρα
στον ήλιο και είχαν γίνει κατάμαυρα.
Μια μέρα πήγαν επίσκεψη σε ένα φιλικό σπίτι, που είχε
έναν τεράστιο κήπο, κοτέτσι και κουνέλια. Η Ελίζα και η Ρόδη δεν είχαν
συνηθίσει να είναι κοντά στα ζώα, όμως εκείνη η οικογένεια είχε τρία κοριτσάκια,
που ήταν λίγο μεγαλύτερα από εκείνες, αλλά είχαν γίνει καλές φίλες, και τους
έδειχναν πώς να φέρονται στα ζώα. Τους είχαν μάθει να χαϊδεύουν τα κουνελάκια
στο βελουδένιο τους κεφάλι και όταν ο πατέρας τους, που ήταν ψαράς, έπιανε
χταπόδια, προσπαθούσαν να τους μάθουν πώς τα χτυπάνε στα βράχια. Αυτό όπως ήταν
λίγο παραπάνω από τις δυνατότητες της Ελίζας και της Ρόδης. Η Ρόδη μόνο είχε
αρκετό θάρρος ώστε να πιάσει ένα πλοκάμι από το τεράστιο καφέ χταπόδι και,
κρατώντας το σε μία ασφαλή απόσταση (μπας και της επιτεθεί), να βγει
φωτογραφία. Μετά την κοιτούσε και φοβόταν ακόμα πιο πολύ.
Τη μέρα εκείνη που πήγαν στο σπίτι της Μαρίας, της
Σοφίας και της Ελευθερίας, δεν υπήρχαν χταπόδια. Υπήρχε μόνο ένα μακρύ τραπέζι
στρωμένο στον κήπο, γιατί ήταν όλοι καλεσμένοι για φαγητό. Τα κορίτσια έπαιξαν,
αντάλλαξαν μυστικά, πήγαν στο δωμάτιο της Μαρίας και της Σοφίας και βοήθησαν
την κυρία Λίτσα να σερβίρει να πιάτα. Ήταν λίγο δύσκολο το στρώσιμο του
τραπεζιού, γιατί το σπίτι ήταν διώροφο και υπήρχε μια μακριά σκάλα, που
οδηγούσε από την κουζίνα κάτω στον κήπο. Τα κορίτσια ανεβοκατέβαιναν με προσοχή
τη σκάλα, αλλά μετά τις πρώτες δεκαπέντε φορές άρχισαν να χοροπηδάνε
ανεβοκατεβαίνοντας και να κάνουν αστεία στο δρόμο προς την κουζίνα.
Τελικά, στρώθηκε το τραπέζι, έκαναν προσευχή και
κάθησαν να φάνε.
Μετά το φαγητό, που ήταν και πλούσιο, οι μεγάλοι
τράβηξαν τις καρέκλες τους πίσω από το τραπέζι και το ’ριξαν στην κουβέντα. Τα
κορίτσια γρήγορα βαρέθηκαν και σηκώθηκαν να παίξουν. Η οικοδέσποινα, η κυρία
Λίτσα, είχε σηκωθεί από ώρα και είχε πάει μέσα, γιατί το νέο μέλος της
οικογένειας, ένα μωράκι λίγων μηνών, απαιτούσε την προσοχή της.
Τώρα, ταϊσμένο και χορτάτο, το κρατούσε στην αγκαλιά
της και φώναξε από την κορυφή της σκάλας στα κορίτσια να έρθουν να το δουν. Τα
κορίτσια έτρεξαν όλα μαζί και μία από τις αδερφές του το πήρε αγκαλιά και το
κουνούσε πάνω κάτω τραγουδώντας του γλυκά στο αφτί. Αφού του κάνανε παιχνίδια
για λίγη ώρα, ξανακατέβηκαν και στρώσανε παιχνίδι. Της Ελίζας όμως το μυαλό
ήταν στο μωράκι. Από πολύ μικρούλα, από τότε που ήρθε σπίτι η Ρόδη από το μαιευτήριο,
ένιωθε μια ιδιαίτερη αγάπη και στοργή για τα μωράκια, μητρική σχεδόν. Θυμότανε
συνέχεια πώς είχε δει τη Σοφία να κρατάει τον αδερφούλη της και ήθελε κι εκείνη
να δει πώς είναι να κρατάει ένα μωρό στην αγκαλιά της. Κι έπειτα της ήρθε μια
ιδέα.
Πρόσφατα μία αδελφή στην εκκλησία, που είχε κι αυτή
μωρό, την είδε που το κοίταζε με λαχτάρα και της είπε:
«Αν καθίσεις σε μια καρέκλα και είσαι πολύ
προσεκτική, θα σου το δώσω να το κρατήσεις λίγο.»
Ήταν καταπληκτική αυτή η εμπειρία για την Ελίζα, αλλά
ήθελε για μια φορά να το κρατήσει το μωρό μόνη της, χωρίς να τη βοηθάει κάποιος
μεγάλος, σαν κανονική μαμά. Ξέρω, σκέφτηκε, αφού το έχω ξανακάνει.
Κάποια στιγμή λοιπόν ξεμονάχιασε τη Ρόδη και της είπε
στ’ αφτί:
«Θες να πάμε να δούμε το μωράκι ξανά; Έλα, θα ’ναι
ωραία.»
Μ’ αυτά τα λόγια, η Ελίζα ξεκίνησε ν’ ανεβαίνει τη
σκάλα θαρραλέα, αλλά για κάποιο λόγο η Ρόδη, πάντα πιο ντροπαλή και
συνεσταλμένη, έμεινε πίσω. Η Ελίζα ανέβηκε στην κορυφή της σκάλας, όπου η κυρία
Λίτσα κουνούσε το μωρό πέρα δώθε για να το νανουρίσει. Επιστράτευσε το πιο
γλυκό της χαμόγελο και ρώτησε με αφοπλιστική ευγένεια:
«Μπορώ να το πάρω αγκαλίτσα παρακαλώ;» Η κυρία Λίτσα
την κοίταξε με κάποια αμφιβολία στο βλέμμα της, έτσι μικρούλα που ήταν, κι
εκείνη βιάστηκε να προσθέσει: «Ξέρω από μωρά εγώ, μην ανησυχείτε.»
Η κυρία Λίτσα το σκέφτηκε για λίγο, αλλά κοιτώντας τα
απλωμένα χέρια της Ελίζας και το γεμάτο αυτοπεποίθηση ύφος της, σκέφτηκε ότι θα
πρέπει να ήταν ένα υπεύθυνο κοριτσάκι, παρά τα λίγα χρόνια της. Και όντως ήταν
υπεύθυνη η Ελίζα, αλλά δεν είχε πολλή δύναμη ούτε και εμπειρία στα θέματα των
μωρών.
Πήρε με ευλάβεια σχεδόν το μικρό μπογαλάκι στα χέρια
της και το κοίταξε με προσοχή. Το δέρμα του ήταν τόσο διάφανο, οι μπουνίτσες
του τόσο μικροσκοπικές κι έβγαζε αυτούς τους μωρουδίστικους ήχους…. Η Ελίζα
είχε καταγοητευτεί.
Δεν πρόσεξε ότι σιγά σιγά το μωρό γλιστρούσε από την
αγκαλιά της. Η Ρόδη, στο κάτω μέρος της σκάλας κοιτούσε και τα μάτια της είχαν
γίνει τεράστια από έκπληξη και φόβο. Κοιτούσε, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα,
καθώς το μωρό έπεσε από τα χέρια της Ελίζας και προσγειώθηκε στα πλακάκια του
μπαλκονιού.
Αμέσως άρχισε να ουρλιάζει, το οποίο είναι καλό
σημάδι σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως ξέρουν οι μαμάδες. Αλλά η Ελίζα δεν το
ήξερε αυτό. Ο τρόμος γι’ αυτό που είχε κάνει την είχε καρφώσει στο πάτωμα και
δεν μπορούσε ούτε τα μάτια της να ανοιγοκλείσει. Η κυρία Λίτσα αμέσως έτρεξε
κοντά της και πήρε το μωρό στα ικανά της χέρια, εξετάζοντας το κεφαλάκι του για
κανένα χτύπημα. Όταν δεν βρήκε κανένα, το πήρε μέσα για να το ησυχάσει και ο
μπαμπάς του ακολούθησε σε λίγο.
Σιγά σιγά η Ελίζα κατέβηκε τις σκάλες, με το κεφάλι
χαμηλωμένο, και πήγε κοντά στη μαμά της περιμένοντας το δίκαιο μάλωμα.
Ευτυχώς η Ελίζα ήταν αρκετά κοντή (αν και ψηλή για
την ηλικία της) και το μωρό δεν έπεσε από ψηλά. Η κυρία Λίτσα ήταν μια τόσο
καλή και γλυκιά γυναίκα και σίγουρα έχοντας τόσα δικά της παιδιά είχε συνηθίσει
τα απίστευτα κατορθώματά τους. Παρόλη την τρομάρα που πήρε, δεν τη μάλωσε
καθόλου την Ελίζα, ίσα-ίσα που κοιτούσε να την παρηγορήσει και της έλεγε να μην
ανησυχεί, το μωράκι δεν έπαθε τίποτε. Και αλήθεια, το μωρό αυτό μεγάλωσε στα
χρόνια που ήρθαν και έγινε αγοράκι και μετά παλικάρι και σύντομα κανείς δεν
θυμόταν το πέσιμό του.
Πέρασαν τα χρόνια και το ξέχασε και η ίδια η Ελίζα.
Τώρα με τον Ευτύχη άρχισε και η ίδια να νιώθει την
ανησυχία κάθε μητέρας, που όλο φοβάται μήπως το μωρό της πέσει σε λάθος χέρια.
Χέρια που μπορεί να έχουν καλές προθέσεις, αλλά να
είναι αδύναμα να προστατέψουν, να στηρίξουν, να αποφύγουν τη συμφορά. Υπάρχουν
βέβαια και χέρια, που εξ αρχής έχουν κακό σκοπό, σκοπό να πληγώσουν και να βλάψουν.
Τότε είναι ακόμα πιο μεγάλη ανάγκη να υπάρχουν κοντά χέρια δυνατά, έτοιμα να
βοηθήσουν.
Πολλές φορές ακόμα και τα χέρια της μητέρας δεν
μπορούν να κρατήσουν μακριά όλους τους κινδύνους. Και όταν μεγαλώσουμε,
χρειαζόμαστε πιο πολύ από ποτέ χέρια να μας προσέχουν να μην πέσουμε, αλλά
ντρεπόμαστε να το παραδεχτούμε. Όμως ο Θεός το ξέρει. Και είναι πάντα εκεί,
έτοιμος να μας προσφέρει όση βοήθεια Του ζητήσουμε, είτε λίγη είτε πολλή. Οι
πιο έξυπνοι άνθρωποι είναι εκείνοι που Του ζητούν πολλή βοήθεια. Δεν είναι οι
πιο αδύναμοι. Αντίθετα, καταλήγουν να είναι οι πιο δυνατοί.
Κι εκείνοι που Τον βάζουν μέσα στην καρδιά τους,
εκείνοι είναι σίγουροι μια για πάντα πως ό,τι και να συμβεί θα βρίσκονται στα
σωστά χέρια. Όχι ότι δεν θα περάσουν ποτέ δυσκολίες ή ότι θα τους έρχοντια
πάντα όλα δεξιά. Όχι.
Αλλά μπορούν να είναι ήσυχοι ότι δεν θα πέσουν ποτέ
σε λάθος χέρια.
Και η παλάμη του Θεού είναι το πιο ασφαλές μέρος σ’
ολόκληρο τον κόσμο.
«…και έως του γήρατός σας εγώ αυτός είμαι· και έως
των λευκών τριχών εγώ θέλω σας βαστάσει· εγώ σας έκαμα και εγώ θέλω σας
σηκώσει· ναι, εγώ θέλω σας βαστάσει και σώσει.»
Ησαΐας μς΄4
Ρ-Ε