ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ

 

Κεφάλαιο α΄ 18-32

 

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

 

 

Αλλά όχι μόνον υπήρχε δυνατότητα να διακρίνουν τον Θεό στη δη­μιουργία, οι άνθρωποι στην αρχή γνώριζαν πραγματικά τον Θεό (εδ. 21). Μέχρι το μεγάλο κατακλυσμό δεν ακούμε κανένα λόγο για ειδωλολατρία, αν και η πονηριά του ανθρώπου αυξανόταν, αλ­λά όμως σ’ εκείνο το μεγάλο διάστημα, από τη δημιουργία του Α­δάμ μέχρι το Νώε (περισσότερα από 1.600 χρόνια) δεν έλειψε πο­τέ η μαρτυρία για τον Θεό. Υπήρχε επίσης μαρτυρία για τον Θεό από την οι­κογένεια του Νώε, η οποία γνώριζε τον Θεό, προς τη νέα γενιά ανθρώπων, όταν άρχισε πάλι από την αρχή η ι­στο­ρί­α του ανθρώπου στην καθαρισμένη δια κρίσεως γη. Αλλά αντί να δώσουν σημασία σ’ αυτήν τη μαρτυρία του Θεού και ν’ α­φή­σουν το θείο φως να φωτίσει καρδιές και οδούς, οι άνθρωποι α­πο­στράφηκαν τον Θεό, ξέχασαν σταδιακά ότι υπάρχει μόνον ένας ζων­τα­νός Θεός και ξέπεσαν στη μωρία. «Λέγοντες ότι είναι σοφοί ε­μωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εις ο­μοί­ωμα εικόνος φθαρτού ανθρώπου, και πετεινών και τε­τρα­πό­δων και ερπετών» (εδάφια 22,23).

Με λίγες κινήσεις απεικονίζει εδώ ο Παύλος την πολύμορφη δι­α­φθορά, στην οποία ξέπεσε ο άνθρωπος μετά τον κατακλυσμό α­πό θρησκευτική άποψη, για να περιγράψει μετά την ηθική κα­τά­πτωση, η οποία είναι η χαρακτηριστική συνέπεια της α­πο­στασίας από τον Θεό και της ειδωλολατρίας. «Διά τούτο και πα­ρέ­δωκεν αυτούς ο Θεός διά των επιθυμιών των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν, ώστε να ατιμάζωνται τα σώματα αυτών μεταξύ αυ­τών. Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εις το ψεύδος, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν μάλλον παρά τον κτί­σαντα». Όποιος έχει ασχοληθεί λίγο με τα γραπτά των ει­δω­λο­λα­τρικών λαών, ξέρει σε πόσα σημεία αναφέρουν αυτές τις αισ­χρό­τητες, με μια ελευθεριότητα, η οποία θα ήταν ανεξήγητη, εάν δεν θα ξέραμε μέχρι ποιο βαθμό μπορεί η αμαρτία να σκληρύνει και να νεκρώσει κάθε αίσθημα ντροπής.

Τότε επετεύχθη ο στόχος να διαστρεβλωθεί η αλήθεια του Θε­ού και να γίνει ψεύδος, και ν’ αποδοθεί περισσότερη δόξα στο δη­μιούργημα παρά στον Δημιουργό. Άλλωστε δεν γίνεται δια­φο­ρε­τικά. Εάν ο άνθρωπος ξεφύγει από την αρμόζουσα, μοναδική θέ­ση του εξαρτημένου πλάσματος, γίνεται λάφυρο των ε­πι­θυ­μι­ών και ηδονών του, μια μπάλα παιχνιδιού του Σατανά, του πα­τέ­ρα του ψεύδους, και πολύ γρήγορα καταπέφτει, μέχρι στο τέλος να βρίσκεται χαμηλότερα από τα ζώα. Τα όσα α­να­φέρονται στα εδάφια 26 και 27, μπορούν να δημιουργήσουν μέ­σα μας μόνο απέχθεια και αηδία. Και πόσο σοβαρή είναι η σκέψη, ότι αυτά μπορούν να βρεθούν σήμερα στον α­πο­κα­λού­με­νο χριστιανικό κόσμο! Η προφητική εικόνα των εσχάτων ημερών, που μας παρουσιάζεται στο Β΄ Τιμόθεον γ΄ 2 – 9, ταυτίζεται μ’ αυτήν ε­δώ στα εδάφια 28-30, που εικονίζει τον κόσμο των ει­δω­λο­λα­τρών. Εκεί δεν λείπει τίποτα. Πόσο φρικτή θα είναι η κρίση, η ο­ποί­α σύντομα πρέπει να επέλθει πάνω σε μια τέτοια διαφθορά!

Το τελικό συμπέρασμα του Πνεύματος του Θεού είναι, ότι οι άν­θρωποι «απεδοκίμασαν το να έχωσιν επίγνωσιν του Θεού» (εδάφιο 28). Γι’ αυτό «παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν, ώ­στε να πράττωσι τα μη πρέποντα». Και τώρα ακολουθεί εκείνη η μεγάλη σκοτεινή λίστα, η οποία αρχίζει με αδικία και πονηρία και καταλήγει με «παραβάτας συνθηκών, ασπλάγχνους, αδιαλλάκτους, ανελεήμονας». Τι θα έ­χει δει ο άγιος οφθαλμός του Θεού να συμβαίνουν στους πε­ρα­σμέ­νους αιώνες σ’ αυτή τη γη, και τι θα βλέπει σήμερα!

Και όχι μόνον ο άνθρωπος έλαβε τον αντάξιό του μισθό της πλά­νης του, αφού έγινε ειδωλολάτρης και μωρός υπό την κα­τα­στρο­φική εξουσία της αμαρτίας και παραδόθηκε σε αδόκιμο νου, για να κάνει όλα τα αισχρά με απληστία, όχι μόνον ερεθίζει την ε­πι­θυμία του, να βλέπει άλλους να το κάνουν, μάλιστα τείνει να συμ­παρασύρει στην ίδια βρωμιά, όπου κινείται ο ίδιος, άλλους, οι οποίοι είναι ακόμη σχετικά καθαροί. Γνωρίζει «την δι­και­ο­σύ­νην του Θεού, ότι οι πράττοντες τα τοιαύτα είναι άξιοι θανάτου», αλ­λά εν τούτοις δεν το κάνει μόνον ο ίδιος, αλλά «και συ­νευ­δο­κού­σιν εις τους πράττοντας» (εδάφιο 32).

Θα μπορούσε το ένδοξο πλάσμα, το οποίο δημιουργήθηκε κά­ποτε κατ’ εικόνα Θεού, να χάσει ακόμη περισσότερο την αξία του, να πέσει ακόμη πιο κάτω; Πράγματι, το χρέος του (όχι μό­νον η αμαρτία του) αποδείχθηκε καθαρότατα, και ο Θεός είναι δί­και­ος μό­νον, όταν κρίνει τον ένοχο σύμφωνα με την αγιότητά Του.

 

Κεφάλαιο β΄ 1-16

Μα είχαν πέσει όλοι οι ειδωλολάτρες τόσο χαμηλά, ώστε συμ­πε­ριλαμβάνονταν χωρίς εξαίρεση στο συμπέρασμα του τέ­λους του κεφαλαίου α΄; Όχι, υπήρχαν μεταξύ τους και κάποιοι, οι ο­ποίοι με αγανάκτηση αποστράφηκαν από τις αισχρότητες, οι ο­ποί­ες ή­ταν γενικά διαδεδομένες και είχαν ακόμη και την ευδοκία των αν­θρώ­πων. Αυτοί οι φιλόσοφοι, δάσκαλοι ηθικής κ.λπ. κα­τα­δί­καζαν τις θλιβερές οδούς των συνανθρώπων τους και λυ­πούν­ταν ή πε­ρι­φρο­νούσαν εκείνους, οι οποίοι βάδιζαν σ’ αυτές. Από αυτούς ήταν οι γραμματείς και Φαρισαίοι στην εποχή του Κυρίου Ι­η­σού, οι ο­ποί­οι θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπερέχοντες του α­μόρ­φωτου πλή­θους, το οποίο μάλιστα το καταριόντουσαν (Ιωάννης ζ΄ 48,49). Αλλά ε­πιφόρ­τι­ζαν μεγάλα και βαριά φορτία στους ώ­μους των ανθρώπων, ενώ οι ίδιοι δεν ήθελαν να κουνήσουν ούτε το δά­κτυλό τους (Ματθαίος κγ΄ 4). Και θεωρώντας τους εαυτούς τους ότι δεν ήταν τυφλοί, αλλά ότι έβλεπαν, είχαν διπλή ε­νο­χή – η αμαρτία τους παρέμενε (Ιωάννης θ΄ 40,41).

Παρόμοια είχαν τα πράγματα με τους εδώ αναφερόμενους αν­θρώπους. Έκριναν άλλους λόγω των πράξεών τους, και κρυ­φά έκαναν τα ίδια, είχαν δηλαδή μεγαλύτερη ακόμη ευθύνη. «Δια τού­το αναπολόγητος είσαι, ω άνθρωπε, πας όστις κρίνεις, διότι εις ό,τι κρίνεις τον άλλον, σεαυτόν κατακρίνεις, επειδή τα αυτά πράτ­τεις συ ο κρίνων» (εδάφιο 1). Μεταξύ ανθρώπων ίσως ν’ α­πο­κτή­σει κανείς το σεβασμό των άλλων, αλλά μπορεί ποτέ ο Θεός να εξαπατηθεί λόγω  μιας εξωτερικής, φαινομενικής φρονιμότητας, ή να ανα­γνω­ρίσει οποιαδήποτε ανθρώπινη δικαιοσύνη; Όχι, «εξεύρομεν ό­τι η κρίσις του Θεού είναι κατά αλήθειαν εναντίον των πρατ­τόν­των τα τοιαύτα» (εδάφιο 2). Ο Θεός εξετάζει καρδιά και νεφρούς. Αν­ει­λικρίνεια και υποκρισία είναι βδελύγματα γι’ Αυτόν. Πόσο α­νό­η­το λοιπόν, να νομίζει πως θα ξεφύγει από την κρίση του Θεού έ­νας άνθρωπος, ο οποίος κατακρίνει άλλους λόγω των αμαρτιών τους και διαπράττει εν τούτοις τις ίδιες αμαρτίες (εδάφιο 3). Δίνοντας μέ­σω της «κρίσης» του στον άλλο να καταλάβει , ότι γνωρίζει και α­να­γνωρίζει την κρίση του Θεού για το κακό,  το οποίο  πράττει εν τού­τοις, καθιστά τον εαυτό του διπλά ένοχο.

Ο απόστολος χρησιμοποιεί αυτήν την ευκαιρία, για να φέρει στο φως μια σπουδαία θεία αρχή. Αφού ο Θεός αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο με διαφόρους τρόπους, κρίνει και χειρίζεται κάθε άν­θρωπο κατά τη συμπεριφορά του απέναντι σ’ αυτές τις α­πο­κα­λύψεις. Γι’ αυτό ο απόστολος δεν μιλά αποκλειστικά για ει­δω­λο­λάτρες, αλλά γενικά για ανθρώπους, είτε είναι Ιουδαίοι είτε Έλ­λη­νες (εδάφια 9,10) ή κατ’ όνομα χριστιανοί, όπως θα προ­σθέ­τα­με πιθανότατα σήμερα. Λέει: «Αναπολόγητος είσαι, ω άνθρωπε, πας όστις κρίνεις», και στη συνέχεια: «Νομίζεις τούτο, ω άν­θρω­πε …;». Γι’ αυτό τον άνθρωπο λοιπόν επέρχεται η «ημέρα της ορ­γής και της αποκαλύψεως της δικαιοκρισίας του Θεού» (εδάφιο 5), ό­που θ’ ανταποδοθεί στον καθένα κατά τα έργα του, «επειδή δεν εί­ναι προσωποληψία παρά τω Θεώ» (εδάφιο 11). Ας έχει εκλέξει ο Θε­ός κατά την τήρηση ειδικών βουλών και σκέψεων από τους κα­τοίκους της γης ένα λαό ως δικό Του, και ας του έχει δώσει το Νόμο Του και τις καλές οδηγίες Του, ουσιαστικά δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των ανθρώπων. Κατά τη φύση τους είναι όλοι ίδιοι, βρίσκονται όλοι ενώπιον του Θεού ως α­κάθαρτοι και ένοχοι αμαρτωλοί, και όλοι έχουν ανάγκη και προ­τρέ­πονται να μετανοήσουν. Ο βαθμός του φωτός και της ε­πί­γνω­σης είναι μεν διαφορετικός, και ο Θεός με τη δικαιοσύνη Του δί­νει προσοχή σ’ αυτό, αλλά όλοι πρέπει κάποτε να φανερωθούν ε­νώ­πιόν Του, για να λάβουν ό,τι αξίζουν τα έργα τους (εδάφιο 6).

Εν τω μεταξύ σήμερα είναι ακόμη περίοδος χάριτος, και η α­γα­θότητα του Θεού ψάχνει να οδηγήσει αν­θρώ­πους στη μετάνοια (εδ. 4). Στη μετάνοια; Τι είναι η μετάνοια; Η με­τάνοια δεν είναι, όπως θεωρείται συχνά, η κατάκριση των εκ­χει­λισμάτων της παλαιάς φύσης, αν και αυτά είναι αυτονόητο ότι συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, αλλά εννοείται ως μια πλήρης αλλαγή φρονήματος ε­νός ανθρώπου, η απόλυτη κατάκριση του παλαιού «εγώ», στο βαθμό στον οποίο αναγνωρίζεται στο φως του Θεού. Ωστόσο η με­τάνοια είναι ένα έργο υπό εξέλιξη, ένα έργο του Πνεύματος του Θεού στο εσωτερικό της ψυχής, μέσω του οποίου οδηγείται έ­νας αφυπνισμένος από τον ύπνο της αμαρτίας άνθρωπος στο να ελέγχει και να κρίνει όλο και πιο ειλικρινά και ουσιαστικά τον ε­αυτό του και όλες τις οδούς του στην άγια παρουσία του Θεού. Η αληθινή μετάνοια φέρνει την ψυχή σε συμφωνία με τον Θεό. Χω­ρίς μετάνοια δεν είναι εφικτή μια πραγματική, σωτήρια πίστη. Στο δρόμο της μετάνοιας και της πίστης ο άνθρωπος α­να­νε­ώ­νε­ται «εις το πνεύμα του νοός» του και ενδύεται «τον νέον άν­θρω­πον, τον κτισθέντα κατά Θεόν εν δικαιοσύνη και οσιότητι της α­λη­θείας» (Εφεσίους δ΄ 23,24).

Κατά τον πλούτο της χρηστότητας, της υπομονής και της μα­κρο­θυ­μίας Του ο Θεός προσπαθεί σήμερα ακόμα να οδηγήσει τον άνθρωπο στη μετάνοια. Γι’ αυτό, αλίμονο σ’ αυτόν, ο οποίος α­πορρίπτει αυτήν την αγαθότητα ή παρηγορείται μ’ αυτήν την α­γα­θότητα – μιλάει κανείς ευχαρίστως για τον «καλό» Θεό – και προ­σπαθεί έτσι να ξεχάσει τη βέβαιη κρίση! Αλλά δυστυχώς, πολ­λά εκατομμύρια ανθρώπων ενεργούν έτσι! Μη θέλοντας να γνω­ρίζουν οτιδήποτε για τη μέλλουσα κρίση, αφήνοντας να πε­ρά­σει η ημέρα της χάριτος, αμελούν τη μεγάλη σωτηρία, η οποία τους προσφέρεται. Μάλιστα κάτι παραπάνω: «Διά την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις εις εαυτόν οργήν εν τη η­μέρα της οργής και της αποκαλύψεως της δικαιοκρισίας του Θε­ού». Εφ’ όσον όποιος περιφρονήσει το Νόμο του Μωυσή, κατά την ομολογία δύο ή τριών μαρτύρων, πεθαίνει χωρίς έλεος, «πό­σον στοχάζεσθε χειροτέρας τιμωρίας θέλει κριθή άξιος ο κα­τα­πα­τήσας τον Υιόν του Θεού» και όποιος υβρίζει την χάρη! (συγκρ. Εβραίους ι΄ 28,29).

 

 ( Συνεχίζεται στο επόμενο)

 

Πνευματικά