Δεν
έχουσι χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες, αλλ’ οι πά
σχοντες. Δεν ήλθον διά να
καλέσω δικαίους, αλλά αμαρ
τωλούς εις μετάνοιαν. Λουκάς ε΄ 31, 32
Η γνώμη
του Θεού
Ο νεαρός δάσκαλος σήκωσε το μικρό μαθητή
για μάθημα, καλώντας τον με τ’ όνομα. Είχε μόλις αντικαταστήσει τον προηγούμενο
δάσκαλο της τάξης, που έφυγε απρόοπτα με μετάθεση. Το μαθητούδι κοκκίνισε και
προσπαθούσε ν’ αρθρώσει καμιά λέξη. «Κύριε, δε γίνεται να σηκώσετε εμένα!»
τραύλισε. «Γιατί;» είπε χαρούμενα ο δάσκαλος. Όμως το παιδάκι ήταν πανικόβλητο.
«Γιατί, κύριε, εγώ έχω δυσλεξία και δυσαρθρία και... όπως έλεγε ο παλιός μου
δάσκαλος, έχω, κύριε, οριακή νοημοσύνη... δεν τα παίρνω τα γράμματα.» Ο
δάσκαλος κατάλαβε τι είχε συμβεί. «Θα σε βοηθήσω! Έλα, πάμε μαζί! Η γνώμη των
άλλων, αγόρι μου, δεν είναι η πραγματικότητα για τη ζωή σου». Αγωνίστηκαν μαζί.
Το καταδικασμένο από τους άλλους παιδί, έγινε ένας διαπρεπής επιστήμονας, που
πολύ συχνά διηγόταν με ευγνωμοσύνη εκείνο το
στιγμιότυπο της ζωής του.
Η
γνώμη των άλλων για σένα, να είσαι σίγουρος πως δεν ταυτίζεται με τη γνώμη του
Θεού για σένα. Αν όλοι σ’ έχουν για καλό, ηθικό, άξιο άνθρωπο, μην τρομάξεις να
μάθεις πως για τον Θεό είσαι ένας αμαρτωλός, που έχει ανάγκη τον Ιησού Χριστό,
που πρέπει με μετάνοια να τρέξει σ’ Αυτόν, για να αξιωθεί να χαρεί αιώνια τη
Βασιλεία Του. Μα και το αντίθετο, αν για τους άλλους είσαι ο απόκληρος της
ζωής, ο παραπεταμένος, αν σ’ έχουν για ξεγραμμένο, αν για τους πολλούς είσαι
ένας άνθρωπος χωρίς μέλλον, ο Θεός έχει άλλη γνώμη για σένα. Για τον Θεό είσαι
πολύτιμος, είσαι ο αγαπημένος Του, είσαι μια καρδιά που Εκείνος μπορεί να
μεταμορφώσει. Ακούμπησε τη διαλυμένη σου ζωή στα χέρια Του, όχι για να τη
συναρμολογήσει, αλλά για να την πλάσει νέα εν Χριστώ.
Κύριέ μου, Εσύ δεν περίμενες να γίνω
καλύτερος, για να με αγαπήσεις. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Έδωσες τον Υιό Σου για
μένα και με πήρες κοντά Σου και με άλλαξες και με καθάρισες και τώρα χαίρομαι
και θαυμάζω! Πόσο Σ’ ευχαριστώ!