Αγάλλομαι εις τον λόγον Σου, ως ο
ευρίσκων λάφυρα πολλά.
Ψαλμός ριθ΄ 162
Μια
ομολογία
«Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πολύ σεβασμό στον Θεό. Οι
πιστοί γονείς μου, μας γαλούχησαν με το Ευαγγέλιο. Στα δώδεκά μου, μου χάρισαν
μια όμορφη, χρυσόδετη Αγία Γραφή και προσεύχονταν ν’ αρχίσω να τη διαβάζω, και
να μιλήσει το Πνεύμα του Θεού στην καρδιά μου. Αυτό όμως δεν έγινε, και ο
καιρός περνούσε. Ήμουν ανέμελη, καλή μαθήτρια, «καλό παιδί» για τον κόσμο και
-γιατί όχι;- καλή ψυχή. Συμπονούσα, βοηθούσα όπου μπορούσα. Στα μάτια μου,
δικαιωμένη. Στα μάτια του Θεού βέβαια ήταν όλα ένα μεγάλο μηδενικό. Με την Αγία
Γραφή μου παραμάσχαλα πήγαινα κυριακάτικα στην εκκλησία, κι αυτό ήταν. Στα
δεκαεπτά μου πρόσεξα για πρώτη φορά τις Γραφές δυο συνομηλίκων μου. Ήταν
κατασημειωμένες
και τα εδάφια υπογραμμισμένα με κόκκινα, μπλε, πράσινα
χρώματα, δυο και τρεις φορές. Οι φίλες μου είχαν ξεκινήσει με τον Χριστό και
διάβαζαν το Λόγο του Θεού με ζήλο. Ζήλεψα: «Να μπορούσα να έχω κι εγώ την Αγία
μου Γραφή έτσι, σημειωμένη...» Μα για να γίνει αυτό, πρέπει να διψάς το Λόγο
του Θεού, να τον διαβάζεις, κι εγώ όρεξη δεν είχα. Τότε ανέβηκε στα χείλη μου η
πρώτη ειλικρινής μου προσευχή: «Κύριέ μου, αξίωσέ με να έχω κι εγώ κάποτε τη
Γραφή μου σημειωμένη, να λαχταρώ και να μελετώ τα λόγια Σου...» Προσευχόμουν
γι’ αυτό μέρα-νύχτα, πολύ καιρό. Στο μεταξύ ο Θεός δούλευε μέσα μου. Άρχισα να
διαβάζω τους Ψαλμούς. «Τέτοια πλούτη εδώ μέσα, κι εγώ να τα κρατώ κλειστά κάτω
από τη μασχάλη», μονολογούσα κι ευχαριστούσα τον Θεό. Στα δεκαοχτώ μου ήμουν
πια του Χριστού, με τα λόγια Του σημειωμένα στην καρδιά μου».
Είναι συγκινητικό το πόσο ιδιαίτερα ενεργεί στον καθένα
μας ο Θεός, με τον τελικό στόχο να μας φέρει σε επίγνωση και μετάνοια, να μας
κάνει δικά Του παιδιά, γεμάτα ομορφιά και δόξα!