Μια ιστορία
Η ιστορία άρχισε … πώς και πότε άρχισε; Ας πούμε, μια
και δυσκολευόμαστε να βρούμε την αρχή, πως αρχή δεν έχει. Να, παίρνουμε στην
τύχη ένα σημείο και προχωράμε. Το σημείο αυτό δείχνει μια λαϊκή ταβέρνα κάπου
σε ένα προάστιο της Αθήνας, με μια μικρή λαϊκή ορχήστρα, μπουζούκι φυσικά,
μπαγλαμαδάκι, μερικές φορές και κιθάρα. Φτωχά ίσως πράγματα. Ναι, μα με
ενισχυτές και μεγάφωνα, που δημιουργούν πανδαιμόνιο και γεμίζουν το μικρό χώρο.
Μπροστά από το πάλκο μια τραγουδίστρια γέρνει προς τα
πίσω το κεφάλι και τα μαλλιά πέφτουν πίσω και αρχίζει ένα βαρύ σεβνταλίδικο,
που λιώνει σίδερα. Κοντά της ακούγεται μια αντρική φωνή, που συνοδεύει, που δεν
σταματά να παίζει το όργανο, κιθάρα αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν και κάτι
προβολείς, που πέφτουν σε κάποιο σημείο και εκ περιτροπής μπαίνουν στη φωτεινή
τους δέσμη πότε ο άντρας πότε η γυναίκα και πότε και ο δυο μαζί. Ας πούμε πως
αυτή είναι η αρχή ή κάποια αρχή.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα σε ένα σπιτάκι στο Σίντνεϊ.
Πού είναι το Σίντνεϊ; Στην Αυστραλία. Και πού είναι η Αυστραλία; Στο διαμετρικά
αντίθετο μέρος της πατρίδας μας.
Δυο άτομα συζητούν γύρω από ένα τραπεζάκι με
σερβιρισμένο τσάι. Ας το πούμε από τώρα. Είναι αδέλφια, γύρω στα τριανταπέντε
περίπου, τι δυο πάνω τι δυο κάτω.
Η γυναίκα κάτι μας θυμίζει. Σε μια στιγμή ανάβει
τσιγάρο. Καθώς γυρίζει το κεφάλι της, την αναγνωρίζουμε. Μα αυτή είναι η
τραγουδίστρια της λαϊκής ταβέρνας. Ναι, αυτή είναι. Έχει ακόμη το προκλητικό
βάψιμο του κέντρου που τραγουδάει.
-
Μα δεν το καταλαβαίνεις, Μαρία, πως είσαι μια αμαρτωλή, χαμένη
για πάντα;
-
Τα παραλές, Κώστα.
-
Δεν τα λέω εγώ, μα ο Χριστός. Να, πάρε να διαβάσεις μόνη
σου.
-
Τι να σου πω; Είναι ώρες που το καταλαβαίνω και το νιώθω. Μα
τι να κάνω; Είμαι μια χαμένη. Αυτή είναι η μοίρα μου. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω ζωή.
-
Θα το ήθελες;
-
Ναι, πάρα πολύ θα το ήθελα, μα δεν γίνεται τίποτα με μένα
πια.
-
Μην το λες αυτό, Μαρία. Ο Χριστός όλα τα μπορεί, θέλεις να
Του το ζητήσουμε;
-
Μα πώς;
-
Θα κάνω εγώ την προσευχή μου και μετά θα σου λέω και θα
επαναλαμβάνεις…
Θα ήταν αδιακρισία να κρυφακούσουμε ή να
κρυφοκοιτάξουμε.
Σ’ ένα OPEL, λίγο παλιό, από το αεροδρόμιο προς μια συνοικία. Δυο
άτομα. Στο τιμόνι ο κιθαρίστας και τραγουδιστής. Δίπλα η τραγουδίστρια και γυναίκα
του, που τη συναντήσαμε στο Σίντνεϊ να μιλάει με τον αδελφό της.
-
Ξέρεις, Γιάννη; Είμαι πολύ χαρούμενη!
-
Χαίρομαι που το ακούω. Ώστε σε ωφέλησε το ταξίδι στην
Αυστραλία. Χρειαζότανε, γιατί τον τελευταίο καιρό παραήσουν μελαγχολική και
αυτό δεν πάει στη δουλειά μας.
-
Δεν είναι αυτό, Γιάννη. Μα είναι που γνώρισα τον Χριστό. Θα
Τον γνωρίσεις κι εσύ, Γιάννη.
-
Δεν πειράζει, ό,τι και να ’ναι. Δεν φαντάζομαι να σε έπρηξε
ο αδελφός σου με τα.. αιώνια ζωή, ουρανός και κουραφέξαλα.
-
Γιάννη, πιστεύω σαν τον Κώστα. Γνώρισα τον Χριστό, σου λέω.
Ζω σε άλλο κόσμο.
-
Δεν μ’ αρέσει, μα σέβομαι τις πεποιθήσεις των άλλων, είτε
πολιτικά είτε ποδοσφαιρικά. Εντάξει, με γεια σου, με χαρά σου. Η δουλειά μας να
είναι καλά και το μαγαζί μας.
-
Μα, Γιάννη, τώρα πια δεν μπορώ να λέω αυτά τα τραγούδια.
Μόνο ύμνους λέω.
-
Τι είπες; Θα τον σφάξω τον…
Ένα γεροντάκι περνούσε με δυσκολία το
δρόμο, κρατώντας ένα μπαστούνι, και το OPEL παραλίγο να πέσει επάνω του.
Πάλι στο μαγαζί, στη λαϊκή ταβέρνα. Τα όργανα παίζουν.
Τραγουδά μόνο ο Γιάννης. Στο γκισέ είναι η Μαρία και παίρνει τις μάρκες.
Βαριαναστενάζει και ακούγεται να λέει:
-
Θεέ μου, πόσο θα κρατήσει αυτό; Δεν μπορώ άλλο.
Εκείνη την ώρα ακούγεται η φωνή του
Γιάννη στο μικρόφωνο.
-
Φίλοι μου αγαπημένοι, απόψε στο τραγούδι δεν θα μας
συντροφέψει η αγαπητή μας Μαρία, γιατί γύρισε λίγο άρρωστη από την Αυστραλία.
Μα θα γίνει καλά και θα της περάσουν όλα. Έτσι δεν είναι, φίλοι μου;
Και από μερικά τραπέζια ακούστηκε:
-
Περαστικά, Μαρία.
Η Μαρία κοίταζε το ταβάνι, και πέρα από
το ταβάνι τον ουρανό, και πάνω από τον ουρανό Κάποιον.
-
Θεέ μου, πόσο θα βαστάξει αυτό; Δεν μπορώ άλλο.
Την άλλη μέρα το πρωί στο τηλέφωνο:
-
Αδελφέ, ευχαριστώ. Πες και στους άλλους να κάνουν πολλή
προσευχή. Θέλω να έρθω στην εκκλησία. Να ανοίξει η πόρτα. Ο δρόμος.
-
Ναι, Μαρία, προσευχόμαστε. Μη χάνεις την πίστη σου.