Δεν μπόρεσαν να Τον σταυρώσουν

 

 

ΣΚΗΝΙΚΟ: -Μαραγκούδικο ειδικευμένο στην κατασκευή σταυρών

-Σκόρπια εργαλεία, ροκανίδια

ΤΟΠΟΣ: Ιουδαία.

ΧΡΟΝΟΣ: Στις μέρες του Ιησού.

ΠΡΟΣΩΠΑ: Κύρια πρόσωπα τρία μαστόρια και το αφεντικό τους, δύο κοπέλες και μία γυναίκα (η σύζυγος του ενός μάστορα).

 

(Τα μαστόρια έχουν κάνει διάλειμμα για φαγητό και κουβεντιάζουν μεταξύ τους).

Βελχιάρ: Δεν πάμε καθόλου καλά, Αμμωνί. Τον τελευταίο καιρό τίποτα δεν πάει καλά. Η δουλειά είναι πεσμένη, οι παραγγελίες έχουν λιγοστέψει… Πού θα πάει αυτή η κατάσταση, δεν ξέρω…

Αμμωνί: Έχεις δίκιο, Βελχιάρ. Νομίζεις, δεν τα βλέπω, δεν τα καταλαβαίνω; Δυσκολεύουν τα πράγματα. Αλλά και τι να κάνεις; Όλα στην αγορά είναι πεσμένα. Το εμπόριο, οι δουλειές… έχουν παραλύσει τα πάντα… Άμα έχεις τον Ρωμαίο κατακτητή πάνω απ' το κεφάλι σου, πώς να δουλέψεις, πώς να προοδεύσεις; Τη μια μέρα ανασαίνεις και την άλλη, λες αντίο κόσμε… έτσι στα καλά καθούμενα…

Βελχιάρ: Μα αυτό είναι το περίεργο με μας. Εμείς σταυρούς φτιάχνουμε. Ούτε το εμπόριο μας αγγίζει, ούτε τι κάνει η αγορά έξω μας ενδιαφέρει. Εμάς μας ωφελεί ο Ρωμαίος, δεν το καταλαβαίνεις; Να 'χουμε δικαστήρια και καταδίκες, να 'χουμε εγκληματίες να σταυρώνουμε… Αυτή είναι η δουλειά μας…

Αμμωνί: (Ειρωνικά) Η δουλειά μας… Η δουλειά μας… Να 'χουμε εγκληματίες να σταυρώνουμε… να 'χουμε πρόβατα να σφάζουμε… να τρέχει το αίμα τους, να ποτίζει τη γη, το χώμα, κι εμείς να διαμαρτυρόμαστε (ειρωνικά): "γιατί πέσαν οι δουλειές μας, γιατί δεν έχουμε παραγγελίες για σταυρούς;… εμπρός… εμπρός κλέφτες, λωποδύτες, βιαστές, ληστές, φονιάδες… κάντε γρήγορα τα εγκλήματά σας για να 'χουμε παραγγελίες να φτιάχνουμε σταυρούς…"

Βελχιάρ: Έλα τώρα, Αμμωνί, τι σ' έπιασε, κρίση συνειδήσεως; Ξέχασες τι ωραίες μέρες που περάσαμε; Είχαμε τη δουλίτσα μας, τις παραγγελίες μας, τα λεφτάκια μας τα όμορφα… τι μας νοιάζει εμάς τι τους κάνουν τους σταυρούς που φτιάχνουμε και ποιους κρεμάνε επάνω. Καλά τους κάνουν και τους σταυρώνουν… κάτι θα 'καναν για να τους σταυρώσουν. Τι θέλεις τώρα να μου πεις, ότι είναι άγιοι όλοι αυτοί;

Αμμωνί: Όχι δεν λέω, αλλά να, έχω ένα βάρος μέσα μου… σαν να μην συμφιλιώθηκα ποτέ μ' αυτή τη δουλειά…

Βελχιάρ: Θέλεις να σε βοηθήσω; Θα σου πω το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Έχεις ακούσει για 'κείνον τον αρχιλήσταρχο, τον Βαραββά; Ο φόβος και ο τρόμος όλης της περιοχής. Και τι δεν έχει κάνει! Πόσα σπίτια δεν έκλεισε, πόσο πόνο δεν σκόρπισε, πόσο αίμα δεν χύθηκε στη γη απ' τα άγρια χέρια του… Να σταυρωθεί, ναι, να σταυρωθεί το αγρίμι, να ξεβρωμίσει ο τόπος… Δεν ξέρεις με πόση λαχτάρα περιμένω την παραγγελία του επόμενου σταυρού. Γι' αυτόν θα 'ναι και σας το λέω: θα τον φτιάξω μόνος μου, όλον μόνος μου… (φωνάζει αγριεμένος) μόνος μου, μ' ακούτε! Εγώ τα ξύλα, εγώ τα καρφιά, εγώ τα σχοινιά…

Αμμωνί: Σαν να μου φαίνεται ότι θα περιμένεις πολύ. Δεν βλέπεις το αφεντικό πώς τρέχει; Όλη μέρα ανάμεσα στους Ρωμαίους τη βγάζει, μπας και κλείσει καμιά παραγγελία της προκοπής… Έχει φέρει τα πάνω κάτω… Τι δικαστές, τι λεγεωνάριους, τι αρχιερείς, τι Ρωμαίους διοικητές… τραπεζώματα, μίζες, δώρα… αυτό είναι μπίζνες… και όλ' αυτά για να φτιάχνεις σταυρούς και να τους πουλάς στους Ρωμαίους.

(Σκύβει, τρώει λίγο ψωμί, στρέφει στον παραγιό).

Ε, συ, Σιμωνί… δεν μιλάς καθόλου; Κοντέψαμε να σε ξεχάσουμε… είσαι κι εσύ εδώ… Τι γνώμη έχεις για όλα αυτά;

Σιμωνί: (μασουλάει) Δεν σ' το κρύβω, μάστορα, ότι αυτές οι σκέψεις έρχονται και ξανάρχονται στο μυαλό μου… αλλά τις διώχνω… Στο κάτω-κάτω καλή δουλίτσα είναι… καλά λεφτά έχει και είναι μια τέχνη, πώς να το κάνουμε;

Αμμωνί: Α, Σιμωνί, είσαι νέος, πολύ νέος και ξέρεις πολύ λίγα πράγματα από τη ζωή. Λέμε σταυρός… λέμε εγκληματίες… λέμε φταίει… λέμε να σταυρωθεί… Πόσο εύκολα τα λέμε… πόσο άνετοι είμαστε… Σου 'τυχε ποτέ να δεις καμιά σταύρωση, σου 'τυχε να τον δεις να σπαράζει στους πόνους, να βρυχιέται, να ουρλιάζει, να χτυπιέται, να ξεψυχάει μόνος, κατάμονος, αβοήθητος, να κρεμιέται από τις ίδιες του τις σάρκες…;

(Γυρίζει και κοιτάζει τον Σιμωνί).

Δεν μιλάς, Σιμωνί, δεν μιλάς… δίκιο έχεις και δεν μιλάς…

(Μπαίνουν οι Κ1 και Κ2, δύο κοπέλες που φέρνουν φαγητό).

Βελχιάρ: Καλώς τις κοπέλες μας. Πώς από δω; Τι καλά μας φέρνετε στο φτωχικό μας;

Κ1: Καλά σου φέρνουμε, πατέρα, σ' όλους σας φέρνουμε ό,τι ετοίμασε η μητέρα. Ζεστό φαγητό, φρέσκο ψωμί… αλλά είδαμε και πάθαμε να έρθουμε…

Κ2: Άσχημη μέρα διαλέξαμε… Κοντέψανε να μας κάνουνε λιώμα εδώ λίγο πιο κάτω, στο λιθόστρωτο.

Αμμωνί: Μα καλά, τι έγινε; Εμείς δεν καταλάβαμε τίποτα εδώ μέσα στο υπόγειό μας, με τις σκέψεις μας και τις στενοχώριες μας. Μα τι έγινε έξω, τι ακούσατε;

Κ2: Μου φαίνεται πως γινότανε μια δίκη εκεί στο πραιτώριο. Δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα.

Κ1: Κι εμένα κάτι πήρε τ' αυτί μου, αλλά ήταν τόσο μανιασμένοι όλοι τους, που εμείς τρέχαμε να γλιτώσουμε να μην μας πατήσουν, όχι να σταθούμε να ρωτήσουμε κιόλας…

(Λύνουν την πετσέτα, βγάζουν τα μπακίρια με τα φαγητά, ψωμί, ένα δοχείο κρασί).

Βελχιάρ: Εγκληματίες… γέμισε ο τόπος… Άντε να ξεβρωμίσουμε από δαύτους (μασουλάει)… Κορίτσια, μήπως ακούσατε το όνομα Βαραββάς;… Μήπως έτσι πήρε τ' όνομά του τ' αυτί σας;

Κ2: Όχι, νομίζω όχι αυτό το όνομα… άκουσα κάτι άλλα, όχι αυτό το όνομα… φώναζαν: "να Τον σταυρώσεις, να σταυρωθεί, να Τον σταυρώσεις…" Μήπως άκουσες εσύ; Γιατί εγώ έσκυψα το κεφάλι κάτω και το 'βαλα στα πόδια.

Κ1: Όχι, κι εγώ δεν άκουσα όνομα, όμως γύρισα και είδα για μια στιγμή. Τον είδα μου φαίνεται, Τον είδα τον κατάδικο. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, Του είχαν φορέσει ένα στεφάνι από αγκάθια και κρατούσε ένα καλάμι… Ήταν ήρεμος… αυτό μου έκανε εντύπωση, αλλά μόνον αυτό κατάφερα να δω. Ένας ήρεμος άνθρωπος… θα έλεγα αμέτοχος… Τώρα που το φέρνω στο μυαλό μου, αυτό είναι: Ένας ήρεμος άνθρωπος, με απλό, φωτεινό πρόσωπο, περίεργο πρόσωπο για φονιά… εγκληματία.

Αμμωνί: Ήρεμο πρόσωπο ο Βαραββάς… μπράβο… φωτεινό πρόσωπο ο λήσταρχος… φαίνεται του έκανε καλό το μπουντρούμι όλ' αυτά τα χρόνια…

Σιμωνί: Όπως και να 'χει το πράμα, ήρεμο, ξε…ήρεμο, τον σταυρό εμείς τον έχουμε στο χέρι και θα τον φτιάξουμε οπωσδήποτε. Ανυπομονώ να γυρίσει το αφεντικό με την παραγγελία… Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να τελειώσει η δίκη, να βγει η απόφαση.

Αμμωνί: Κάνε υπομονή, Σιμωνί… και προσπάθησε να μαθαίνεις. Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα στη ζωή. Έχεις πολλά να δεις και να μάθεις. Μη βιάζεσαι… η ζωή δεν είναι έτσι όπως τη φαντάζεσαι… Έτσι νομίζαμε όλοι στην αρχή… Μετά όμως…

Βελχιάρ: Μην του λες τίποτα του παιδιού και το μπερδεύεις. Σ' ακούνε και οι κοπέλες εδώ και στενοχωριούνται. Τα πράγματα είναι απλά. Από δω οι καλοί να ζήσουνε, από κει οι κακοί και να τελειώνουμε μ' αυτούς. Απλά πράγματα. (Τρώει).

Κ1: Εμείς λέμε να πηγαίνουμε σιγά-σιγά να δούμε τώρα και τι γίνεται έξω και από πού θα φύγουμε…

(Μπαίνει ξαφνικά το αφεντικό όλο χαρά και φωνές).

Ισχάρ: Μαντέψτε, μαντέψτε… (φωνάζει). Σηκωθείτε, έχουμε πολλή δουλειά… Μαντέψτε πόσους… Μαντέψτε πόσους;

Βελχιάρ: Τι πόσους; Εμείς έναν ξέρουμε, έναν περιμένουμε… Τι έκπληξη μας ετοιμάζεις, Ισχάρ;

Ισχάρ: Λοιπόν, παιδιά, τρεις, όχι έναν αλλά τρεις σταυρούς. Τους πήρα και τους τρεις. Ας είναι καλά ο φίλος μου, ο λεγεωνάριος… Βέβαια, κι εγώ δεν τον έχω αφήσει παραπονεμένο… Τους έχω όλους καλοταϊσμένους… Μάχη έδωσα για να τους πάρω και τους τρεις σταυρούς. Δημόσιες σχέσεις, αυτό είναι. Όλα έτσι δουλεύουν σήμερα.

Αμμωνί: Μα, για στάσου. Είπες τρεις σταυρούς; Κατάλαβα καλά; Αφού ένας ήταν. (Γυρίζει στα κορίτσια). Έναν δεν είδατε; Ένας ήταν στο πραιτώριο…

Βελχιάρ: Αλήθεια, δίκιο έχει ο Αμμωνί. Ο ένας είναι ο Βαραββάς, τον ξέρουμε αυτόν. Οι άλλοι δύο; Πώς τους λένε; Ποιοι είναι;

Ισχάρ: Έλα, έλα, μην καθυστερούμε. Αφήστε τα λόγια. Εγώ να κάτσω να ρίξω τίποτα στο στομάχι μου, γιατί πεθαίνω της πείνας, κι εσείς ξεκινάτε. Πηγαίνετε στην αποθήκη να βρείτε τα ξύλα… Θέλω καλή δουλειά. Τόσον αγώνα κάναμε να πάρουμε τη δουλειά, μην καθυστερούμε.

(Εκείνη την ώρα εμφανίζεται η γυναίκα του Αμμωνί αναμαλλιασμένη, λαχανιασμένη, σχισμένο το ένα της ρούχο, γεμάτη αγωνία, φωνάζει):

Ρεβέκκα: Αμμωνί, Αμμωνί, τρέχα!

Αμμωνί: Ρεβέκκα, τι έγινε, τι σου συμβαίνει;

Ρεβέκκα: Ο Ιησούς, θα Τον σταυρώσουν, Τον καταδίκασαν σε θάνατο, τον Ιησού, τον Διδάσκαλο.

Αμμωνί: Ρεβέκκα, τι έγινε, πες μου, δεν το πιστεύω, μίλησέ μου καθαρά.

Ρεβέκκα: Ξεκίνησαν τη δίκη Του από χθες. Εμείς δεν ξέραμε τίποτα… Τώρα το 'μαθα, ούρλιαζαν έξω τα πλήθη με σφιγμένες τις γροθιές να Τον σταυρώσουν.

Αμμωνί: Δεν το πιστεύω, Ρεβέκκα, τον Κύριο, τον Ιησού, τον Διδάσκαλο… Μα, γιατί; Τι έκανε; Τι Τον κατηγορούν;

Ισχάρ: Έλα, παιδιά, αφήστε τα αυτά τώρα… εμείς έχουμε δουλειά, δεν θα προλάβουμε αν δεν βιαστούμε. Έλα, Αμμωνί, πάμε… δεν έχω διάθεση να εκτεθώ στους Ρωμαίους.

Αμμωνί: (Δεν του δίνει σημασία). Ρεβέκκα, πάμε, τρέχα να δούμε… είσαι σίγουρη, είναι ο Κύριος, ο Ιησούς; Πώς έγινε τέτοιο κακό; Ποιοι Τον κατηγορούν;

(Φεύγουν τρέχοντας. Μένουν μόνοι οι Ισχάρ, Βελχιάρ, Σιμωνί. Σιωπηλοί, κοιτάζονται).

Ισχάρ: Δεν καταλαβαίνω. Τι είχε με τον Ναζωραίο ο Αμμωνί; Τον δίκασαν και βγήκε η απόφαση να σταυρωθεί. Τι θα κάνουμε τώρα; Με τους νόμους θα τα βάλουμε;… Άλλο και τούτο!

Βελχιάρ: Εγώ ξέρω, Ισχάρ. Ξέρω, γι' αυτό δε λέω τίποτα. Ποτέ δεν είπα, αλλά ο Αμμωνί μου το εμπιστεύτηκε κι εγώ το κράτησα και είναι πέρα για πέρα αληθινό.

Ισχάρ: Μίλα, λοιπόν, τι έγινε;

Βελχιάρ: Ο Αμμωνί ήταν κάποτε λεπρός, Ισχάρ. Θα πέθαινε απομονωμένος μαζί με τα ξασπρισμένα βράχια στην έρημο, θα τον έτρωγαν τα όρνια… Αυτός τον έκανε καλά, ο Ιησούς, ο Ναζωραίος. Τους συνάντησε, μια παρέα, στο δρόμο. Του φώναξαν και πήγε κοντά τους. Έγιναν και οι δέκα καλά. Αφού πήγαν και στους ιερείς και έδειξαν τους εαυτούς τους. Τέλεια καθαρισμένοι. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο Αμμωνί… Τον καταλαβαίνω, Του χρωστάει τη ζωή του… τον καταλαβαίνω!

Ισχάρ: Συγκλονίστηκα με όλ' αυτά που μου λες… αλλά έτσι είναι η ζωή. Τι να κάνω; Να πάω στον Πιλάτο και να του πω έκανες λάθος, ο Ναζωραίος είναι καλός, είναι αθώος, να μην σταυρωθεί; Η δουλειά είναι δουλειά και πρέπει να την προχωρήσουμε, αν θέλουμε να την έχουμε, πρέπει να συνεχίσουμε… Να σκύψουμε το κεφάλι στην πραγματικότητα… Τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή, σκληρή!

Βελχιάρ: Ισχάρ, καταλαβαίνεις… είναι ο Ευεργέτης του, ο Σωτήρας του, Του χρωστάει τη ζωή του.

(Μπαίνει ο Αμμωνί, συγκλονισμένος, πέφτει επάνω τους).

Αμμωνί: Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια, θα Τον σταυρώσουν, τον Ιησού. Και τι δεν έκαναν και τι δεν είπαν… Απείλησαν τον Πιλάτο, έπεισαν τους αρχιερείς. Η απόφαση έχει παρθεί, η δίκη τελείωσε… Τον ετοιμάζουν. (Γυρίζει στον Ισχάρ). Καταλαβαίνεις, Ισχάρ…, δεν μπορώ μ' αυτά τα χέρια να φτιάξω τον σταυρό Του. Είναι σαν να Τον σταυρώνω εγώ ο ίδιος. Αυτά τα χέρια, όλο αρρώστια και θάνατο, ο Ιησούς τα θεράπευσε, τα γιάτρεψε, τα καθάρισε από την τιμωρία, την ντροπή. Πώς θα πιάσω μ' αυτά τα χέρια τους κορμούς των δέντρων να φτιάξω τον σταυρό του Ιησού μου; Δεν μπορώ… δεν μπορώ… Ισχάρ… δεν μπορώ, Βελχιάρ. (Κλαίει, κρύβει το πρόσωπό του στα χέρια). Εσείς συνεχίστε… εγώ δεν μπορώ… Δεν μπορούσα αυτή τη δουλειά και από πριν, αλλά τώρα δεν μπορώ καθόλου… Καλύτερα να πεινάσω, να ζητιανέψω, να πεθάνω… μα δεν μπορώ, Ισχάρ, να σταυρώσω τον Λυτρωτή μου… Καταλάβετέ με, δεν μπορώ… (Κλαίει, φεύγει πισωπατώντας).

Ισχάρ: Ας είναι, τι να κάνουμε…; Πάμε εμείς οι υπόλοιποι… Αυτά έχει η ζωή… Πάμε…

Βελχιάρ: Δηλαδή, εμείς θα Τον σταυρώσουμε; Δηλαδή, ο Αμμωνί δεν θα το κάνει, δεν μπορεί… εμείς γιατί μπορούμε, γιατί να το κάνουμε; Για σταθείτε. Και ο Βαραββάς; Τον Βαραββά δεν ήταν να σταυρώσουν; Πού είναι ο Βαραββάς; Γιατί δεν τον σταυρώνουν; Μήπως έγινε αυτό που υποψιάζομαι; Αυτός με το ήρεμο πρόσωπο, στο πραιτώριο, με το φωτεινό πρόσωπο, που λέγαν τα κορίτσια, ήταν ο Ιησούς, ο κατάδικος… άρα;… Γιατί σταυρώνουν τον Ιησού και όχι τον Βαραββά; Μήπως… Μήπως είναι ελεύθερος ο Βαραββάς; Δεν το πιστεύω, τον άφησαν ελεύθερο και στη θέση του σταυρώνουν τον Ιησού; (Φεύγει φωνάζοντας): Αμμωνί, Αμμωνί, ο Βαραββάς; Ο Βαραββάς;

(Μένουν μόνοι ο Ισχάρ και ο Σιμωνί. Ο Ισχάρ κοιτάζει με συμπάθεια τον Σιμωνί).

Ισχάρ: Ξέρω… ξέρω… την ξέρω πολύ καλά τη δική σου περίπτωση. Τη θυμάμαι, μου τη διηγήθηκες προχτές κιόλας. Ο πατέρας σου, ο παράλυτος, που τον κατεβάσατε με σχοινιά από τη σκεπή!… Αυτός δεν τον θεράπευσε; Ο Ιησούς; Ο Ναζωραίος, Αυτός δεν ήταν;

Σιμωνί: Ναι, αφεντικό…

Ισχάρ: Αυτός ήταν… Άντε πήγαινε κι εσύ… Πήγαινε, είμαι βέβαιος ότι και η δική σου καρδιά αυτό θέλει… άντε, αγόρι μου, πήγαινε…

Σιμωνί: Σ' ευχαριστώ, αφεντικό, σ' ευχαριστώ για όλα. (Φεύγει αργά).

(Ισχάρ μόνος. Γυρίζει στον κόσμο, μιλάει κατευθείαν στο κοινό).

Ισχάρ: (Σαν χαμένος). Κι εγώ θα φύγω… Κι εγώ πρέπει να φύγω. Πώς να μείνω; Πώς μπορώ; Απορείτε γιατί δεν ξέρετε τη δική μου περίπτωση. Είναι η δυσκολότερη απ' όλες όσες ακούσατε… Λοιπόν, εγώ έμαθα την τέχνη στο μαραγκούδικο του πατέρα Του, του Ιωσήφ. Αυτός μας έμαθε να πελεκάμε το ξύλο, να πλανίζουμε, να γωνιάζουμε, να καρφώνουμε. Και το πιο σκληρό δεν το φαντάζεστε. Δούλευε και ο Ιησούς στο ίδιο μαραγκούδικο. Μαζί δουλεύαμε, μαζί μαθαίναμε… μαζί με τον Ιησού δούλευα στου Ιωσήφ. Μετά εγώ άνοιξα αυτό το μαγαζί… Γιατί το άνοιξα; Για να σταυρώσω… τον Ιησού; Γι' αυτό το άνοιξα; Δεν μπορώ… δεν θα το κάνω… Έφυγαν όλοι… Με άφησαν μόνο να το κάνω εγώ… Να φτιάξω εγώ το σταυρό για τον Χριστό; Όχι, όχι (τρέμει) δεν μπορώ να το κάνω, δεν θα το κάνω… Θεέ μου, δεν θα μου το συγχωρήσεις ποτέ… δεν θα το κάνω, δεν μπορώ να το κάνω… Θα φύγω κι εγώ… τα κλειδιά του μαγαζιού… θα φύγω, θα πάω κι εγώ να είμαι κοντά Του, στον Ιησού… εκεί είναι η θέση μου… φεύγω. Ιησού, έρχομαι κοντά Σου… έρχομαι, Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Όχι, εγώ… έρχομαι… (Φεύγει τρέχοντας).

Πέφτει η Αυλαία

 

Πνευματικά