Ελίζα και Ρόδη

 

 

Έχετε μήπως υπόψη σας ένα μέρος που ζούμε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας ή της παιδικής μας ηλικίας και μας αφήνουν αξέχαστες αναμνήσεις; Όπως για παράδειγμα το σπίτι του παππού στο χωριό ή η αίθουσα του σχολείου όπου ζήσαμε αξέχαστες στιγμές (ανάμεσα στα μαθήματα) κάποια χρονιά ή μια παραλία που παίξαμε και λερωθήκαμε και καήκαμε από τον ήλιο χωρίς να μας νοιάζει τίποτα.

Ένα τέτοιο μέρος ήταν για την Ελίζα και τη Ρόδη το δωμάτιο που μοιράζονταν. Στην αρχή το κύριο περιεχόμενό του ήταν οι δυο κούνιες. Μετά όμως, καθώς άρχισαν να ακούγονται από το παιδικό δωμάτιο κουβέντες και φασαρίες και χοροπηδητά, οι γονείς τους κατάλαβαν ότι η ώρα πλησίαζε που οι κούνιες θα ’πρεπε να γίνουν κρεβάτια. Κι έτσι η Ελίζα και η Ρόδη απέκτησαν το δωμάτιό τους. Εκεί μεγάλωσαν, εκεί διάβασαν για τις Πανελλήνιες εξετάσεις, εκεί έπαιξαν τα πιο τρελά κι επικίνδυνα παιχνίδια που μπορεί κανείς να παίξει σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Εκεί έγιναν οι καλύτερες φίλες, εκεί λύνανε τις διαφορές τους όταν ήταν μικρές και τα προβλήματά τους όταν μεγάλωσαν.

Σ’ αυτό το δωμάτιο, συνέβη και η ιστορία που θα σας πω.

Στη μια μεριά του δωματίου, ακουμπισμένα στον τοίχο και δίπλα δίπλα ήταν τα δύο μικρά γραφεία των κοριτσιών. Μπροστά τους υπήρχαν δύο ολόιδιες καρέκλες γραφείου, από αυτές με τις ρόδες και το ρυθμιζόμενο ύψος. Η Ελίζα και η Ρόδη ξετρελάθηκαν μαζί τους από την πρώτη στιγμή. Γιατί εκτός από όλα τα συναρπαστικά πράγματα που μπορούσαν να κάνουν, οι καρέκλες είχαν ένα ζωηρό μωβ χρώμα. Σύντομα έγιναν το αγαπημένο τους παιχνίδι. Και τι δεν κάνανε με αυτές τις καρέκλες, τις κάνανε αυτοκίνητα, βάρκες, στροβιλίζονταν επάνω τους μέχρι να ζαλιστούν και τις ανεβοκατεβάζανε απότομα κι ήταν  σαν να πετάνε ή να προσγειώνονται με αεροπλάνο. Το πιο αγαπημένο τους παιχνίδι όμως ήταν οι αγώνες. Τους άρεσε ιδιαίτερα, γιατί έπρεπε να παίζουν και οι δύο (γιατί δεν έχει νόημα να κάνει κανείς αγώνα μόνος του). Κάθονταν λοιπόν μπρούμυτα στις καρέκλες και με τα πόδια τους έδιναν όση περισσότερη ώθηση μπορούσαν, κι άρχιζε ο αγώνας. Φυσικά, επειδή το δωμάτιό τους δεν ήταν και κανένα αεροδρόμιο, η διαδρομή του αγώνα ήταν αναγκαστικά κυκλική. Γυρνούσαν γύρω γύρω στον ελεύθερο χώρο του δωματίου, ώσπου είτε να ζαλιστούν είτε να πονέσει ο λαιμός τους από τις φωνές και τα γέλια (αν και αυτό δεν τις απασχολούσε ιδιαίτερα) είτε να συγκρουστούν μεταξύ τους. Σηκώνονταν τότε γελώντας και βογκώντας μαζί και, αν δεν είχαν εξαντληθεί, συνέχιζαν.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι υπήρχαν ένα-δυο μικροπροβληματάκια με αυτό το τόσο συναρπαστικό κατά τα άλλα παιχνίδι, τα οποία όμως απασχολούσαν τον μπαμπά και τη μαμά περισσότερο παρά τα ίδια τα κορίτσια. Να, ας πούμε, η μαμά ανησυχούσε για την καινούρια μοκέτα, που με αυτούς τους αγώνες φθειρόταν τόσο γρήγορα, ώστε φαινόταν ήδη σαν να έχουν περάσει από πάνω της τουλάχιστον πέντε χρόνια. Ο μπαμπάς από την άλλη φώναζε να προσέχουν τις καρέκλες τους, γιατί θα τις διαλύσουν κι ούτε ένα χρόνο δεν κλείσανε. Τώρα εγώ μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι και οι δύο είχαν δίκιο κι έχω λόγο να το λέω αυτό, γιατί πρόσφατα είδα και τη μοκέτα και τις καρέκλες (ή ό,τι έχει απομείνει από αυτά) και κατάλαβα ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος υπερέβαλαν για τη ζημιά. Και επιπλέον, υπήρχε και ο κίνδυνος να χτυπήσουν με αυτά τους τα κατορθώματα τα κορίτσια, αλλά δεν ανέφεραν ποτέ κάποιο χτύπημα στους γονείς τους (αν και έχω λόγο να ξέρω ότι είχαν κάποιες γρατσουνιές στα γόνατά τους).  

Τελοσπάντων, η Ελίζα και η Ρόδη συνέχισαν το αγαπημένο τους παιχνίδι, αφού υποσχέθηκαν να είναι πιο προσεκτικές.

Μια μέρα, μόλις είχαν τελειώσει έναν σκληρό αγώνα και λαχανιασμένες ακόμα κάνανε ένα διάλειμμα, η Ρόδη γύρισε να κοιτάξει την αδερφή της κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Τι κάνεις εκεί πέρα, Ελίζα;», είπε σχεδόν ψιθυριστά από το φόβο της.

Η Ελίζα έτσι μπρούμυτα όπως ήταν πάνω στην καρέκλα είχε σκύψει και ετοιμαζόταν να ζωγραφίσει επάνω στη μοκέτα με ένα μαύρο μαρκαδόρο που κρατούσε στο χέρι της. Ξέρετε, βέβαια, όπως ήξερε και η Ρόδη, ότι η Ελίζα δεν ήταν κακό κορίτσι. Ίσα-ίσα που ήταν και πολύ προσεκτική και τακτική με τα πράγματά της. Και σίγουρα αγαπούσε πολύ τους γονείς της και τους σεβόταν. Όμως, κάτι σαν μια δύναμη μέσα της την έσπρωχνε. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από κάτω, απλώς σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. Η Ρόδη ξανάπε:

«Μα Ελίζα, είσαι στα καλά σου; Εδώ λέμε να προσέχουμε να μη γδάρουμε τη μοκέτα κι εσύ πας να τη βάψεις;»

«Άσε με, ξέρω εγώ τι κάνω.» Στο ίδιο ύφος.

«Μα δε φοβάσαι μη σε μαλώσουν; Ξέρεις, ο μαρκαδόρος δε βγαίνει.»

Πάλι το ανασήκωμα των ώμων. 

«Δεν κάνω ζημιά, θα δεις.»

             Άρχισε με νωχελικές κινήσεις να ζωγραφίζει με το χέρι της που κρεμόταν από την καρέκλα ένα ακαθόριστο σχήμα, που σιγά-σιγά μεγάλωνε και τελικά έγινε τόσο, ώστε σίγουρα θα τραβούσε την προσοχή όποιου έμπαινε στο δωμάτιο. Τώρα μια σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο, σιωπή που περίμενε και φοβόταν, ωστόσο η Ελίζα ούτε που μετακινήθηκε από την αναπαυτική της θέση.

         Σε λίγο μπήκε η μαμά στο δωμάτιο. Για λίγο έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στη μοκέτα.

         Η Ελίζα στο μεταξύ έκρυψε το μαρκαδόρο κι έτσι δεν φαινόταν εκ πρώτης όψεως τι ακριβώς είχε γίνει. Η μαμά γύρισε αργά και τις κοίταξε στα μάτια. Δε φαινόταν μόνο θυμωμένη, υπήρχε και μία λυπημένη έκφραση στα μάτια της, σαν απογοήτευση ή απελπισία.

         «Ποια το έκανε αυτό;» Ησυχία. «Θα πάω στην κουζίνα τώρα. Ελπίζω, αν έχετε να μου πείτε κάτι, να μην περιμένω πολύ.»

         Μόλις βγήκε από το δωμάτιο, οι αδερφές κοιτάχτηκαν με τρομαγμένα μάτια. Η Ελίζα είχε χάσει όχι μόνο το θάρρος της, αλλά και το χρώμα της. Σκεφτόταν, τι μου ήρθε και το έκανα; Και μου το είπε και η Ροδούλα. Αχ, αν την είχα ακούσει! Αχ, αν καταλάβαινα ότι θα ’χει και συνέχεια αυτό που έκανα.... Σηκώθηκε και γύρισε προς την αδερφή της.

         «Πες ότι το ’κανες εσύ.»

         Τώρα ήταν η σειρά της Ρόδης να κοιτάξει με γουρλωμένα μάτια. Πριν όμως προλάβει να πει οτιδήποτε, η Ελίζα συνέχισε γρήγορα.

         «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. Θα σου κάνω ό,τι θες. Για όσο καιρό θέλεις. Σε ικετεύω. Δεν μπορώ να πάω μέσα να το πω. Φοβάμαι.....»

 

         Έτσι λοιπόν έγινε το πράγμα και η Ρόδη, που δεν είχε κάνει τίποτα, πήγε στην κουζίνα, ενώ η Ελίζα έμεινε πίσω στο δωμάτιο.

         Μόλις μπήκε στην κουζίνα, η Ρόδη με έκπληξη είδε τη μαμά να κάθεται σε μία καρέκλα και να περιμένει. Ωχ. Ομολόγησε όσο πιο πειστικά γινόταν και ζήτησε συγνώμη. Κι έπειτα μίλησαν για αρκετή ώρα. Η αλήθεια είναι ότι, παρόλο που δεν είχε κάνει η ίδια τη ζημιά, της έκαναν πολύ καλό αυτά που άκουσε. Γιατί το θέμα είναι πάντα το ίδιο, της είπε η μαμά, όχι το πόσο μεγάλη είναι η ζημιά ούτε πόσα λεφτά κάνει η μοκέτα, αλλά πρώτα και πάνω από όλα, το ότι στενοχωρούμε το Θεό και παραβαίνουμε τις εντολές Του όταν παρακούμε τους γονείς. Γιατί τους γονείς μας ο Θεός τους έδωσε, και εάν δεν μπορούμε να υπακούσουμε τους γονείς μας, που τους βλέπουμε, τον Θεό, που δεν Τον βλέπουμε, πώς θα μπορέσουμε να Τον υπακούσουμε;

         Και τέλος, η τιμωρία. Αύριο, που όπως κάθε πρωί θα γέμιζαν τη φουσκωτή πισίνα στο μπαλκόνι με νερό (ήταν Ιούλιος), η Ρόδη δεν θα έμπαινε μέσα, ούτε καν θα έβγαινε στο μπαλκόνι. Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί η Ελίζα έβλεπε την αδερφή της μέσα από το τζάμι να κάθεται μόνη της στο σαλόνι. Και δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Έκανε το πιο γρήγορο μπάνιο που έχει κάνει ποτέ κανείς σε φουσκωτή πισίνα και μπήκε στο σπίτι. Έπειτα, όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσε να κάνει όλα τα χατίρια της Ρόδης, μπας και φύγουν λίγες από τις τύψεις που ένιωθε.  Το περίεργο όμως ήταν ότι η Ρόδη δεν ένιωθε αδικημένη. Ένιωθε ότι κάνει κάτι γενναίο, κάτι που γλίτωσε την αδερφή της από την τιμωρία. Θα μου πείτε, είπε ψέματα. Σύμφωνοι. Κακώς. Πολύ κακώς.

 

 

         Όμως, κάτι μου θυμίζει αυτή η ιστορία. Μου θυμίζει τον εαυτό μου, μου θυμίζει πολλούς ανθρώπους που γνωρίζω, κι άλλους που δεν γνωρίζω.

         Είπε ο Θεός στον άνθρωπο:

         «Πρόσεξε. Μην κάνεις την αμαρτία. Θα έχεις συνέπειες μετά. Άκουσέ με. Ακολούθησέ με. Μην κάνεις το κακό.»

         Κι ο άνθρωπος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

         Ο Θεός ξανάπε:

         «Υπάρχει τιμωρία για την αμαρτία. Δεν τη φοβάσαι; Φύγε από το κακό και κάνε το καλό και θα αποφύγεις την τρομερή τιμωρία.»

         Ο άνθρωπος, ενοχλημένος, αρνήθηκε ν’ ακούσει τον Θεό.

         «Ξέρω εγώ», είπε. «Δεν θα πάθω τίποτε. Ούτε ζημιά θα κάνω. Άσε με να το κάνω αυτό, αφού βλέπεις πως το θέλω.» Κι ας ήξερε ότι όντως είναι επικίνδυνο αυτό που θέλει, κι ας ήξερε ότι δεν το θέλει ο Θεός. Κάτι, σαν μια δύναμη μέσα του τον έσπρωχνε παρόλα αυτά να το κάνει. Η δύναμη αυτή είναι η αμαρτία, που δυστυχώς όλοι έχουμε μέσα μας, από τη μέρα της γέννησής μας. Είναι πιο δυνατή από μας, γι’ αυτό μας «βάζει» να κάνουμε πράγματα που είναι ενάντια στον Θεό. Όμως ο Θεός, Αυτός μόνο είναι πιο δυνατός από την αμαρτία. Γι’ αυτό μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε. Για το δικό μας καλό.

         Ο άνθρωπος έκανε την αμαρτία. Κι όχι μία μόνο φορά, αλλά συνέχισε να την κάνει πάντα, να ζει μέσα στην αμαρτία, να ακολουθεί τους δικούς του δρόμους και όχι του Θεού.

         Κι έφτασε η ώρα της τιμωρίας. Μόνο που ετούτη τη φορά δεν ήταν να μην κάνει μπάνιο, να μην παίξει, να μη φάει γλυκό. Ο μισθός της αμαρτίας είναι θάνατος. Αυτή είναι η δίκαιη τιμωρία για όποιον κάνει έστω και μία αμαρτία. Ο άνθρωπος φοβήθηκε. Έψαξε τρόπους να αποφύγει αυτή τη σκληρή τιμωρία, αλλά δεν βρήκε κανένα, γιατί η τιμωρία τού άξιζε. Αμάρτησες; Πρέπει να πεθάνεις.

         Ο Θεός κοίταξε τα φοβισμένα μάτια του ανθρώπου και είπε:

         «Αχ, γιατί δεν με άκουσες όταν σε καλούσα, όταν σε προειδοποιούσα; Τώρα σίγουρα εύχεσαι να με είχες ακούσει. Αλλά τώρα είναι πολύ αργά. Η τιμωρία πρέπει να πέσει. Η δικαιοσύνη Μου πρέπει να ικανοποιηθεί.»

         Ξανακοίταξε τον άνθρωπο και τον αγάπησε. Πολύ.

         «Όμως δεν θα πέσει επάνω σου η θανατηφόρα τιμωρία. Είσαι πολύ μικρός και φοβισμένος και με το θάνατό σου δεν θα κερδίσω τίποτα, μόνο θα σε χάσω για πάντα. Θα τιμωρήσω Κάποιον που να μη φταίει. Το Γιο Μου.»  

         Έτσι βρέθηκε ο Ιησούς Χριστός κρεμασμένος σε ένα σταυρό να πονάει, να είναι βρώμικος και γεμάτος αμαρτία, αμαρτία που ποτέ δεν έκανε, αμαρτία δικιά μου και δικιά σου. Και πέθανε Εκείνος στη θέση μας. Κι ο Θεός τον ανάστησε, γιατί η τιμωρία ήταν άδικη και δεν την άξιζε.

         Όμως το αποτέλεσμα είναι ότι δεν τιμωρηθήκαμε εμείς. Δεν πεθάναμε. Αλλά ξέροντας πως κάθε λεπτό της ζωής μας που ζούμε είναι αγορασμένο με το θάνατο, με το αίμα του Ιησού Χριστού, δεν μπορούμε παρά να ζούμε κάθε μας στιγμή για Κείνον.

 

«...για να εκπληρωθεί η δικαιοσύνη τού νόμου, σε μας, που δεν περπατάμε σύμφωνα με τη σάρκα, αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα. Επειδή, εκείνοι που ζουν σύμφωνα με τη σάρκα, φρονούν αυτά που ζητάει η σάρκα· ενώ, εκείνοι που ζουν σύμφωνα με το Πνεύμα, αυτά που ζητάει το Πνεύμα. Για τον λόγο ότι, το φρόνημα της σάρκας είναι θάνατος· ενώ, το φρόνημα του Πνεύματος, ζωή και ειρήνη. Επειδή, το φρόνημα της σάρκας είναι έχθρα στον Θεό· για τον λόγο ότι, στον νόμο τού Θεού δεν υποτάσσεται, αλλά ούτε μπορεί. Όσοι, όμως, είναι τής σάρκας δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεό.... Αν, όμως, ο Χριστός είναι μέσα σας, το μεν σώμα είναι νεκρό για την αμαρτία· το δε πνεύμα ζωή για τη δικαιοσύνη.»

                                                                                        Ρωμαίους 8:4-10

Ρ-Ε

 

 

Πνευματικά