«Αρώματα και
μύρα»
(Λουκάς κδ’ 1)
Στ’ απόσπερνο, στο σούρουπο
στ’
απόγερμα της μέρας
Μισόκλεισε διπλόπορτο
Ο μυρεψός. Κι
ο αγέρας
Απρίλη, Μάη όσμισαν
του
μαγαζιού το δώμα.
Ωσάν σιφούνι όρμησαν
μουντό
στο δείλι χρώμα
Δυο νιες να πεις περαστικές
ορθές
εις το προθύρι.
Ήσαν απλές. Ευγενικές,
ξένες
στο πανηγύρι
Π’ οχλαλοή τ’ απόβραδο
ξεχύνονταν
στην πόλη
Σαββάτου Μεγαλόγιορτο
μυρτιά,
μυρσίνα απλώνει.
- Ένα λεπτό καλαδελφέ
ξορκίζω
σε στ’ αλήθεια
Να μη κλειδώσεις μυρεψέ
στ’
αρώματα τα πλήθια.
Διάλεξε τ’ ακριβότερα,
νάρδο,
κασσία, αλόη.
Κι όσο για χρήμα πιότερα
ξένες
στο σταχολόϊ...
Θα βάλεις στο συρτάρι σου
όσα
στη μέρα πούλησες
Χρυσό είναι το αλτάρι σου
όσο
ασήμι απόθησες.
Απλόχερα, απαζάρευτα
η
χούφτα σου ν’ απλώσει
Μόνο τα μύρα ανόθευτα
τ’
αδέλφι να μας δώσει.
Σ’ αλάβαστρο, σε μάρμαρο
σε
κούπα φιλντισένια
Σε βάζο τρισχρυσάργυρο
κιννάμομο.
Κι ανθένια
Μύρια να ‘ναι τ’ αρώματα
λιγοθυμιά
η σμύρνα
Της άνοιξης καμώματα
τα
ταφικά μας μύρα.
- Ποιος Αβραάμ, ποιος Μωυσής
τάχα
ποιος Πατριάρχης
Ποιος Ιωσήφ διαφεντευτής
και
βασιλιάς εθνάρχης
Ποιος Σαμουήλ, γιος του Γιεσσαί
ποιος
τάχα Μακκαβαίος
Του Φίλιππου συ τάχα γιε;
Έλληνας,
για Εβραίος
Που θα δεχτεί λεμονανθούς
του
μυρεψού το κέφι
Νύχτιους της βιόλας τους λυγμούς
αγράμπελης
το ντέφι;
- Δεν είναι γι’ Άρχοντα της γης
για
χωματένιο ρήγα.
Για του θανάτου Νικητή
το
Σταυρικό Σωτήρα.
Σ.Ι.Π.
ΣΑ ΔΥΟ ΣΤΑΓΟΝΕΣ
Στον Κωνσταντίνο και τη Δήμητρα
Σα δυο σταγόνες της βροχής, σα δυο δροσοσταλίδες
ζυγώσαν έτσι απρόσμενα στο χάδι μιας αυγής.
Αντάλλαξαν χαμόγελα, εσίμωσαν τα χέρια
κι έγειραν έτσι απαλά, γλυκά τα δυο κεφάλια
να πορευτούν αχώριστα στους δρόμους της ζωής.
Είπα μετά πως ήτανε δυο λυγερές λιαχτίδες
που παίζανε ανέμελα στους ίσκιους, στη βροχή.
Ήταν ηλιοβασίλεμα ήσυχο, στολισμένο.
Εκείνη αχνορόδιζε βελούδινη, σεμνή
κι εκείνος της ξεδίπλωσε την απαλή καρδιά του
κι ο ήλιος που τους έβλεπε απ’ τον ψηλό του θρόνο
δάκρυσ’ απ’ τη χαρά του.
Τότε ήταν που η δύση του γίνηκ’ ανατολή!
Είδα πιο κάτω να κυλά το γάργαρο ρυάκι
κι είπα εδώ θ’ αντάμωσαν, εδώ ‘ναι που ταιριάξαν.
Κελάρυζε η ορχήστρα του, δρόσιζε η πνοή του
κι οι δυο σταγόνες πλεύρισαν η μια πλάι στην άλλη,
σα δυο βαρκούλες νιόπλωτες μ’ ονείρατα, με σκέρτσα
κινήσαν για το πέλαο το μακρινό, το ξένο
να παίξουν με τα κύματα, να παίξουν με την άρμη
να πούνε τα τραγούδια τους, να φτιάξουνε στιχάκια
και να γεμίσ’ η βάρκα τους με παιδικά ματάκια.
Δεν ήτανε δροσοσταλιές, δεν ήτανε λιαχτίδες
ούτε σταγόνες της βροχής, ούτε νερό στο ρυάκι.
Σα σίμωσα και κοίταξα, έμειν’ απορημένος.
Δύο ρουμπίνια δάκρυα, δυο δάκρυα ασημένια κυλήσανε
μπροστά μου.
Ποιος είναι αυτός που δάκρυσε, να δω το πρόσωπό του!
Κι ήταν Αυτός, ο Κύρης μας, ο μυριαγαπημένος.
Δεν ήταν δάκρυα χωρισμού, δεν ήταν δάκρυα πόνου.
Ήτανε δάκρυα γυρισμού, φίλιωσης και συγγνώμης.
Δυο ασημένια δάκρυα, απ’ την καρδιά του Κύρη.
Εκεί που πρωτανάβλυσαν, εκεί που πρωτοσμίξαν,
εκεί θα γίνουν ένα οι τρεις, εκεί και θα φωλιάσουν.
Τ’ αστραποβόρι μ’ όρμητα, η μπόρα, το τσουνάμι
θα τους ευρεί μες στην καρδιά του Κύρη αγκαλιασμένους
και θα μισέψει γι’ άλλη γη, θα γοργοπερπατήσει.
Τα δάκρυα του Κύρη μας, τα ακριβά, τα σπάνια
ποια έχθρητα, ποια κάκητα και ποιος χιονιάς σιμώνει;
Εκεί να μείνετε άφοβα, αχώριστοι, δεμένοι
να σας κοιτούμ’ από ψηλά, να λέμε με καμάρι
είναι του Κύρη μας παιδιά, είναι ευλογημένοι!
Ο ΘΕΟΣ ΕIΝΑΙ ΑΓΑΠΗ
Με αγάπησε απ’ την αρχή
Επέμεινα να Τον αρνούμαι.
Ήταν παρών πάντα, σε κάθε στιγμή της ζωής μου
Επέμεινα να Τον αγνοώ.
Ήθελε να σηκώσει το βάρος μου
Επέμεινα να το κρατώ για μένα.
Προσφέρθηκε ν’ ανακουφίσει τον πόνο μου
Επέμεινα να αρνούμαι να Του τον δώσω.
Ακόμα και τώρα
...στην πιο θλιμμένη
στην πιο σκοτεινή στιγμή μου
σκούπισε το δάκρυ μου, μ’ έπιασε απ’ το χέρι
και με οδήγησε ως το τέρμα.
Γονατισμένος μπροστά στο Γιο Του
ταπεινωμένος και μετανιωμένος
δέχτηκα και γεύτηκα τη χαρά Του,
το έλεος και την ειρήνη
την πιστότητα και την αγάπη Του.
(Ελεύθερη απόδοση Μ.Μ.)
Στου φεγγαριού το αχνοφώς
Στ΄απάνω δώμα του σπιτιού, στου λυχναριού το φως
τα μάτια σπιθίζουν, δεν μιλούν, ρουφούνε διψασμένα
τα λόγια Του. "Θα φύγω πια. Πάσχα. Αίμα.
Σταυρός.
Πατέρα μου Εσύ σφίξε τους, καρδιές, χέρια σε
ένα".
Στο βουναλάκι το γνωστό στα λιόδεντρα η νυχτιά
όλα είναι ήσυχα, βουβά, ασάλευτη γαλήνη,
μέσα στα στήθια Του η καρδιά σπαράζει, αγωνιά.
"Πατέρα μου, Πατέρα μου. το θέλημά Σου ας
γίνει".
Στο ξύλο που Τον κάρφωσαν εκεί στον Γολγοθά,
χωρίς ρυθμό αργοκυλά η τρομερή η ώρα.
Αχ... το αίμα, το αίμα τον λαό για κοίτα... μεθά.
"Πατέρα μου, τι κάνουνε, δεν ξέρουνε.
Συγχώρα".