Η Θεία Ευτυχία
Η Ρόδη έβλεπε
πάλι το ίδιο κακό όνειρο. Ήταν κάτι άνθρωποι τεράστιοι και έρχονταν προς το
μέρος της. Ήταν τόσο μεγάλοι που η Ρόδη έβλεπε κυρίως
τα παπούτσια τους. Ήταν χοντρά και βρώμικα και πλησίαζαν με μεγάλες δρασκελιές.
Η Ρόδη τους κοίταζε παγωμένη από τον φόβο. Κι
έρχονταν όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά.....
Ξύπνησε
κλαίγοντας. Η Ελίζα στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν του
καλού καιρού. Ευτυχώς, όμως, ήταν εκεί η μαμά.
-Τι έγινε, είσαι άρρωστη;
-Όχι, δεν ξέρω..... Ήταν αυτοί οι κακοί....
Η μαμά κατάλαβε.
-Έλα, σήκω. Πάμε για λίγο στην κουζίνα,
που έχει φως και θα σου φύγει ο φόβος.
Στην κουζίνα, ήταν ο μπαμπάς καθισμένος
στο τραπέζι και τελείωνε το βραδινό του. Η Ρόδη
κοίταξε με περιέργεια τα ρολόγια, το νεροχύτη, το ψυγείο. Φαίνονταν όλα τόσο
διαφορετικά μέσα στη νύχτα. Ποτέ δεν είχε μείνει ξύπνια μέχρι τόσο αργά, ήταν
σαν σα βρέθηκε σ’ έναν άλλο κόσμο. Βρήκε ένα-δυο παιχνιδάκια play-mobile
που είχε αφήσει πάνω στον καναπέ και
άρχισε να παίζει. Σιγά-σιγά ξέχασε τον εφιάλτη και ένιωσε αρκετά ασφαλής για να
αρχίσει να αποκοιμιέται...
Τότε άκουσε τον μπαμπά να λέει:
-Ωραία, αν κοιμηθείς εδώ, θα σε βρει το
πρωί η θεία Ευτυχία μόλις έρθει.
Αυτές ήταν οι μαγικές λέξεις που
χρειαζόταν η Ρόδη. Σε λίγες ώρες θα ερχόταν η θεία
Ευτυχία. Όλα θα ήταν και πάλι εντάξει. Ο κόσμος θα ήταν και πάλι τέλειος,
γεμάτος χρώματα και γέλια και παιχνίδια. Και φροντίδα. Αποκοιμήθηκε αμέσως.
Η θεία Ευτυχία δεν ήταν στ’ αλήθεια
συγγενής των κοριτσιών. Ήταν όμως κάτι πολύ πολύ παραπάνω.
Πρόσεχε τα κορίτσια μέχρι το μεσημέρι, που γύριζε η μαμά από τη δουλειά. Τα
πρώτα χρόνια πήγαινε το πρωί τα κορίτσια στο νηπιαγωγείο και αργότερα στο
σχολείο (και τα έφερνε σπίτι μετά το σχόλασμα, φυσικά). Δύο φορές την εβδομάδα
τα έκανε μπάνιο, και ακόμη κι όταν ήταν μεγάλες πια και ήξεραν να πλένονται
μόνες τους, καθόταν και επιτηρούσε το πλύσιμο «για να είμαι σίγουρη ότι δεν θα
ξεχάσετε τίποτα», έλεγε. Το καλοκαίρι που δεν είχαν σχολείο, πότε τις πήγαινε
βόλτα με το τραίνο, πότε γέμιζε την πλαστική πισίνα με νερό στο μπαλκόνι, πότε
τις πήγαινε για μπάνιο στη Λούτσα. Πάντα κάτι καινούριο έβρισκε είτε για
παιχνίδι, είτε για μεσημεριανό φαγητό. Όταν, ας πούμε, της είχε πει η μαμά να
μαγειρέψει ψάρι, που δεν άρεσε καθόλου στην Ελίζα και
τη Ρόδη, η θεία φρόντιζε πάντα να φτιάχνει και
τηγανιτές πατάτες μαζί, να πηγαίνει κάτω το ψάρι πιο εύκολα.
Τα κορίτσια τη λάτρευαν, όπως
καταλαβαίνετε. Σίγουρα, τίποτα δεν είναι το ίδιο σαν να σε περιμένει η μαμά σου
μόλις βγεις από την πόρτα του σχολείου. Αλλά από τον πρώτο χρόνο κιόλας τα
κορίτσια αισθάνονταν τη θεία Ευτυχία σαν δεύτερη μαμά τους κι ένιωθαν τον ίδιο
ενθουσιασμό κάθε φορά που έβλεπαν το πρόσωπό της μετά από μια κουραστική μέρα
στο σχολείο.
Μια φορά, Σάββατο, που δεν ερχόταν η
θεία στο σπίτι, την πήρε τηλέφωνο η Ρόδη να της μιλήσει,
γιατί λέει είχε να τη δει μία μέρα και την πεθύμησε. Εκεί λοιπόν που τα λέγανε
ωραία και καλά, έτυχε να περάσει ο μπαμπάς από εκεί κοντά. Άκουσε πόσο άνετα
μιλούσε η Ρόδη και σοκαρίστηκε. Της μιλάει λες και
είναι καμιά φίλη της από το νηπιαγωγείο, σκέφτηκε. Αυτό δεν είναι καλό, αν τα
κορίτσια δεν σέβονται τη θεία Ευτυχία, δεν θα την υπακούνε και θα είναι πολύ
δύσκολα τα πράγματα για κείνη. Πλησίασε, λοιπόν, τη Ρόδη
και της είπε, ψιθυριστά, αλλά έντονα:
-Πρέπει να μιλάς με σεβασμό στη θεία
Ευτυχία.
Η Ρόδη
αμέσως, έβαλε την «επίσημη» φωνή της.
-Τι είπατε, θεία, δεν σας άκουσα; είπε.
Τώρα ήταν η σειρά της θείας να
ξαφνιαστεί.
-Παιδί μου, είναι κανείς κοντά σου;
ρώτησε.
-Ναι, καλέ θεία, είναι ο μπαμπάς εδώ
και μου λέει να σου μιλάω στον πληθυντικό και τι να κάνω;
Ο μπαμπάς, που ήταν κοντά όλη αυτή την
ώρα, δεν άντεξε άλλο και έσκασε στα γέλια. Το ίδιο και η θεία Ευτυχία στην άλλη
άκρη της γραμμής. Την ιστορία τη διηγούνται μέχρι σήμερα και γελάνε.
Τέτοια σχέση είχαν τα κορίτσια με τη
θεία Ευτυχία.
Μια άλλη φορά, η θεία έστειλε τη Ρόδη στο μπάνιο να πλύνει τα χέρια της περίπου δέκα φορές,
γιατί είχαν, λέει, σημάδια από μαρκαδόρους. Τελικά, όταν το εξέτασε καλύτερα το
θέμα, η θεία συνειδητοποίησε ότι αυτά δεν ήταν από μαρκαδόρο αλλά μικρές μπλε φλεβίτσες στο μικρό, διάφανο χεράκι. Και μ’ αυτό γελάνε
μέχρι σήμερα. Και με πολλά άλλα φυσικά.
Μια που γενικώς σας λέω ένα σωρό
μυστικά από εδώ (ελπίζω να σας φαίνονται χρήσιμα πού και πού) θα σας πω και ένα
ακόμη.
Δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα στον
κόσμο να αγαπάς κάποιον. Ειδικά ένα παιδί. Θα μου πείτε, γιατί δεν είναι
εύκολο, τα παιδιά είναι τόσο αθώα και γλυκούλικα.... Όντως είναι. Αλλά δεν
είναι μόνο έτσι. Θα σας πω μια ιστορία να καταλάβετε πού είναι η δυσκολία.