ΤΟ ΔΩΡΟ

 

Σε ποιον δεν αρέσουν τα δώρα; Η Ελίζα και η Ρόδη, πάντως, τα λάτρευαν όταν ήταν μικρές.  Άπλωναν τα χεράκια τους σε κάθε γενέθλια, σε κάθε Χριστούγεννα, και κάθε που τελείωνε το σχολείο –και πολλές φορές ενδιάμεσα- κι έσκιζαν με αδημονία το περιτύλιγμα, για να βρουν τον θησαυρό που ήταν μέσα.

Με το πέρασμα των χρόνων όμως, ακόμα και αυτό άλλαξε.

Πρώτα απ’ όλα, οι γονείς τους τούς έμαθαν τρόπους. Όταν μας δίνουνε κάτι, λέμε «ευχαριστώ» και όχι «έχετε κι άλλο;» ή «α, δεν το θέλω» και τέτοια.  Αυτό ήταν λίγο δύσκολο να το αφομοιώσουν στην αρχή, αλλά σιγά-σιγά το έμαθαν, ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις όταν σου δίνουν ένα δώρο, είναι να το δεχτείς.

Έπειτα, δεν τους έκαναν πια δώρο παιχνίδια, καθώς μεγάλωναν. Τους έκαναν ρούχα, κοκκαλάκια κι άλλα τέτοια κοριτσίστικα. Της Ρόδης της έλειπαν πολύ οι κούκλες, αλλά τι να κάνει, παρίστανε ότι δεν παίζει πια μαζί τους κι όταν ήταν μόνη της στο δωμάτιό της τις έβαζε στη σειρά κι έπαιζε σπίτι.

Η Ελίζα από την άλλη δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να γίνει επίσημα «μεγάλη». Είχε τώρα ανακαλύψει ένα καινούργιο χαρακτηριστικό των μεγάλων, και βιάστηκε να το αφομοιώσει. Οι μεγάλοι, λέει, δεν βιάζονταν να ανοίξουν τα δώρα, όπως τα παιδιά. Δεν τους ενδιέφεραν και τόσο, γιατί είχαν κι άλλο περιεχόμενο στη ζωή τους εκτός απ’ το παιχνίδι. Δεν είχαν την ανυπομονησία να ανοίξουν να δουν τι έχει μέσα, μπορούσαν να περιμένουν.

Κι εξάλλου, της άρεσε πολύ το περιτύλιγμα συνήθως –μερικές φορές πιο πολύ κι από το δώρο.

Μια μέρα πήγαν στο σπίτι μιας φίλης της μαμάς τους, που είχε κι εκείνη δύο παιδάκια, και η Ελίζα με τη Ρόδη έπαιξαν για ώρες πολλές μαζί τους, ξεχνώντας ποιος είναι πιο μεγάλος και πιο μικρός . Όταν ήρθε η ώρα για να φύγουν, η φίλη της μαμάς τούς έδωσε από ένα δώρο, δύο όμορφα τυλιγμένα πακέτα, με διαφορετικό χρώμα της κάθε μίας.

Η Ρόδη το άνοιξε μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο, κι έσκισε το χαρτί πετώντας το στην άκρη. Ήταν ένα πανέμορφο κουτί για να φυλάει μέσα τα πράγματά της, με λουλουδάκια κεντημένα απ’ έξω κι έναν κυκλικό καθρέφτη στο καπάκι. Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχε δει εδώ και πολύ καιρό, και γύρισε με ανυμοπονησία να δει πώς ήταν της Ελίζας.

-Έλα, άνοιξέ το!

-Όχι ακόμα, θα περιμένω.

-Τι θα περιμένεις; Να ανοίξει μόνο του;

-Καλέ όχι. Απλώς δεν θα το ανοίξω ακόμα. Μου αρέσει να έχω την αίσθηση ότι με περιμένει ένα δώρο, όποια στιγμή θέλω να το ανοίξω.

-Δεν θα είναι πιο ωραία να δούμε τι είναι;

Η Ρόδη είχε αρχίσει να κουράζεται με αυτή την κουβέντα. Τι αξία είχε το δώρο, παρά μόνο αν έσκιζαν το χαρτί; Η Ελίζα δίπλα της το χάιδευε τρυφερά.

-Κοίτα, είπε στη Ρόδη, είναι ασημένιο με φούξια και γαλάζιες γραμμές. Δεν είναι το πιο ωραίο χαρτί περιτυλίγματος; Κι ο φιόγκος.... πω πω, πολύ μ’ αρέσει. Μπορεί και να μην το ανοίξω ποτέ.

 

Η Ρόδη νόμιζε πως δεν θ’ αντέξει. Περίμενε να ενδώσει στην περιέργειά της ανά πάσα στιγμή, αλλά πέρασε το βράδυ, η νύχτα, η επόμενη μέρα, και τίποτα. Το πακέτο παρέμενε κλειστό και το περιτύλιγμά του σιγά-σιγά θάμπωνε και τσαλακωνόταν. Σε λίγο το δώρο δεν έμοιαζε και τόσο με δώρο, αλλά με ένα  ξεχασμένο, άχρηστο κουτί. Πώς δεν το πέταξε ο μπαμπάς κάποια στιγμή, στην προσπάθειά του να συγυρίσει το δωμάτιο των κοριτσιών, είναι απορίας άξιο.

Η αλήθεια ήταν ότι και το ενδιαφέρον της Ελίζας στο δώρο είχε αρχίσει να μειώνεται, έτσι που είχε ξεθωριάσει. Δεν ήταν πια ούτε ελκυστικό ούτε ενδιαφέρον, όπως όταν της το έδωσαν. Από την άλλη, η Ρόδη είχε ήδη τακτοποιήσει τα πραγματάκια της μέσα στο δικό της κουτί και το είχε στολίσει σε περίοπτη θέση. Η Ελίζα το κοιτούσε και της έτρεχαν τα σάλια, αλλά ήταν σαν να μην μπορούσε τώρα πια να ανοίξει το δικό της.

Είχε μείνει κλειστό βλέπετε τόσον καιρό, που κάτι είχε γίνει μέσα της, είχε μειωθεί η αξία του, είχε χαθεί η λάμψη του. Ήταν σαν να μην είχε νόημα να το ανοίξει πια, σαν να μην ήταν δώρο.  Ήταν δώρο τότε, όταν τους το πρωτοέδωσαν. Τώρα πια, έμοιαζε πιο πολύ με σκουπίδι.

 

Η θυσία του Χριστού στο σταυρό είναι το πιο πολύτιμο, το πιο όμορφο και το πιο ελκυστικό δώρο, που θα μπορούσε ποτέ να μας κάνει κανείς. Δεν έχει ίσως πάντα γυαλιστερό περιτύλιγμα, και δεν έρχεται ποτέ στολισμένο με φιόγκο. Όμως είναι ένα δώρο, που έχει πληρωθεί με την πιο μεγάλη αξία όλου του κόσμου, το αίμα του Γιου του Θεού. Και μας δόθηκε με σκοπό την ευτυχία μας.

Δεν την απορρίπτουν όλοι αμέσως τη σωτηρία του Χριστού, ξέρετε. Μερικοί την αφήνουν απλώς στην άκρη, όπως έκανε η Ελίζα με το δώρο της. Μερικοί τη βάζουν στο ράφι μέχρι να συνηθίσουν στην ιδέα, μέχρι να αποφασίσουν αν τη θέλουν ή απλά μέχρι να τη χρειαστούν.

Ξεχνούν όμως ότι δεν θα είναι τότε το ίδιο. Ξεχνούν ότι μπορεί να μην το βρουν ξανά το δώρο εκεί που το έβαλαν όταν νόμιζαν ότι είναι παραπανίσιο. Ξεχνούν ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις όταν σου δίνουν ένα δώρο, είναι να το πάρεις. Και ίσως να πεις και ευχαριστώ.

Για την ιστορία, η Ελίζα το άνοιξε τελικά το δώρο της, και αποδείχτηκε ότι ήταν ένα όμορφο κουτί, παρόμοιο με της Ρόδης. Αλλά δεν είχε την ίδια χαρά, όπως αν το άνοιγε την ώρα που της το έδωσαν.

Έτσι είναι και με το Χριστό.

Μόνο αν σκίσεις το περιτύλιγμα με λαχτάρα, μόνο αν απλώσεις τα χέρια σου να το πάρεις, μόνο αν το βάλεις στην καρδιά σου βαθιά και δεν το αφήσεις ποτέ, μόνο τότε μπορείς να πεις ότι πραγματικά δέχτηκες το δώρο που είναι ο Χριστός. Αν το σκέφτεσαι, αν διστάζεις, τότε –μάλλον- ο Χριστός δεν πέθανε για σένα.     

                                                                                                       

                                                                                             Ρ-Ε

 

 

 

Πνευματικά