Δεν ζω εγώ
«… ζω δε ουχί πλέον εγώ, αλλ’ ο Χριστός ζη εν εμοί…» (Γαλάτας
β΄ 20)
Οι ομολογίες του αποστόλου Παύλου
ξαφνιάζουν. Μέσα σ’ αυτές βλέπουμε την απόλυτη, την εφαρμοσμένη ερμηνεία τού
Ευαγγελίου και της σωτηρίας τού Χριστού. Βλέπουμε μέσα σ’ αυτές ολοκληρωμένο,
όχι κομματιασμένο, το έργο της πραγματικής απολύτρωσης του Χριστού. Το
τονίζουμε αυτό και δίνουμε μια ξεχωριστή έμφαση, γιατί συχνά ακούμε ερμηνείες,
που διαστρεβλώνουν την πραγματική απελευθέρωση του Χριστού και την ακρωτηριάζουν,
με τρόπο που να την κάνουν αγνώριστη.
Η ομολογία αυτή του αποστόλου Παύλου
είναι μια από τις πιο παράξενες ομολογίες του. Με απλά λόγια μάς φανερώνει τον
πραγματικό στόχο, που το έργο του Θεού κατατείνει. Και ακόμη μας παρουσιάζει το
μυστηριακό αποτέλεσμα, που δεν έχει καμία σχέση με την «ορθολογική» πίστη, που
από πολλούς προσφέρεται και που είναι αδύνατο να φέρει τα θαυμαστά αποτελέσματα
που ο Θεός έχει προετοιμάσει για τα πιστά παιδιά Του.
«Δεν ζω πια εγώ», λέει ο απόστολος
Παύλος, «ζει μέσα μου ο Χριστός». Τι
άραγε να θέλει να πει με τα λόγια του αυτά; Είναι ανάγκη να το εξετάσουμε με
προσοχή. Να δούμε τι είχε μα και τι δεν είχε.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, πως ο απόστολος Παύλος
ζούσε. Και φυσικά ήταν ο ίδιος. Μιλούσε με το χαρακτηριστικό σε κάθε άνθρωπο
ιδίωμα. Ταξίδευε από τη μια χώρα στην άλλη και τα χαρτιά του έλεγαν το όνομά
του. Έγραφε διάφορες επιστολές και μέσα σ’ αυτές φαίνεται τόσο καθαρά, σε κάθε
γραμμή, ο ξεχωριστός τρόπος τού γραψίματός του.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως είχε
συνείδηση, πως ήταν ο ίδιος ο Παύλος, ο παλιός διώκτης του Χριστού, πράγμα που
δεν χάνει καμιά ευκαιρία να το επαναλάβει. Ο διώκτης που επιστρέφει στο δρόμο
της Δαμασκού. Αυτός που ελεήθηκε από τον Κύριο, που τον κάλεσε στον αγρό Του.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, πως
διατηρούσε όλα του τα χαρακτηριστικά, όπως τα χαρακτηριστικά της γραφής και τα
χαρακτηριστικά του προσώπου του, της φωνής του, του περπατήματός του και ό,τι
άλλο συνοδεύει τον άνθρωπο σωματικά σ’ όλη του τη ζωή.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, πως
όποιος τον έβλεπε, και τον είχε γνωρίσει και παλιά, χωρίς καμιά δυσκολία ή
δισταγμό, θα έλεγε, αυτός είναι ο Σαούλ ή Σαύλος, που
αργότερα το όνομά του έγινε Παύλος. Αν θέλαμε ακόμη να επεκταθούμε, θα
μπορούσαμε να πούμε, με τα σημερινά δεδομένα, πως είχε τα ίδια δακτυλικά
αποτυπώματα, την ίδια κατηγορία αίματος και ό,τι άλλο μας κάνει να ξεχωρίζουμε
σωματικά από τους άλλους.
Και όμως ο Παύλος διακηρύττει: «δεν ζω
εγώ». Κάποια αλλαγή θα είχε επέλθει, και μάλιστα σοβαρή, σημαντική, ουσιαστική,
αποφασιστική. Ο εσωτερικός του κόσμος είχε αλλάξει τελείως. Τίποτα από τα παλιά
δεν είχε μείνει. Ξέρουμε πως το πραγματικό μας πρόσωπο, ο πραγματικός μας
εαυτός είναι ο εσωτερικός. Διακρίνεται, σύμφωνα με την Βιβλική και την κοσμική
ανθρωπολογία, σε τρεις περιοχές, στο βουλητικό, στο συναίσθημα, και στο λογικό.
Ε… αυτά και τα τρία είχαν αλλάξει. Ο ίδιος έλεγε, «εκείνα τα οποία θέλω δεν
πράττω…» και είχε δίκιο. Αναγνωρίζει και ομολογεί, πως η θέλησή του ήταν
σκλάβα, υποδουλωμένη στο κακό και στην αμαρτία. Μα ευχαριστούσε τον Χριστό που
τον ελευθέρωσε. Τώρα ζούσε πια όχι για τον εαυτό του, αλλά μόνο για τον Κύριό
του. Έκανε πάντα ό,τι άρεσε στον Κύριό του, ή το ίδιο πράγμα, ο Κύριός του είχε
καταλάβει τη θέλησή του και Εκείνος υπαγόρευε αυτά, που και αυτός με όλη του την
καρδιά ήθελε. Το Πνεύμα το Άγιο, ο ενεργητικός αυτός παράγων, κυριαρχούσε στη
ζωή του. Και μόνο ό,τι ήταν για τη δόξα τού Θεού, αυτό υπήρχε στην καρδιά του.
Θέληση δική του δεν υπήρχε. Ήταν δοσμένη στον Κύριο.
Το συναίσθημά του πάλι, και όλη του η
συναισθηματική ζωή, ήταν από τον Κύριο, από τον Κύριο που κυριαρχούσε στη ζωή
του. Οι χαρές του, και ήταν πάρα πολλές, δεν είχαν καμιά σχέση με τις χαρές των
άλλων ανθρώπων, με τις χαρές του κόσμου, με τα ανθρώπινα εκείνα τα στοιχεία που
εμείς καταγινόμαστε και προσπαθούμε να αντλήσουμε χαρά, μπερδεύοντάς την με την
ηδονή. Καθημερινή χαρά τού Παύλου ήταν οι διάφορες επαγγελίες τού Θεού, που
πάνω τους καθημερινά πειραματιζόμαστε. Ακόμα, καθημερινή του χαρά ήταν οι
διάφορες επεμβάσεις του Θεού, που πραγματικά τις απολάμβανε με ένα θαυμαστό
τρόπο, ακόμα και αν αυτές είχαν αρνητική όψη. Θετικά και αρνητικά υπάρχουν μόνο
για μας. Για τον Θεό υπάρχει μόνο η αγάπη Του και η πρόθεσή Του να μας οδηγήσει
στην τελείωση του Υιού Του. Μα πάνω απ’ όλα, η μεγάλη του χαρά, τελείως
ανεξάρτητη από τα συμβαίνοντα γύρω του και επάνω του, ήταν η χαρά της παρουσίας
του Κυρίου του, η πιο μεγάλη χαρά στη ζωή του πιστού, αυτή που προκαλεί την
αίσθηση της πληρότητας.
Όλα τα άλλα, αυτά που συγκινούν ή
προκαλούν ταραχή στους άλλους ανθρώπους, τον αφήνουν αδιάφορο, ασυγκίνητο. Δεν
ήταν γι’ αυτόν παρά ξερά, νεκρά φύλλα, καμένα από τη θερμή παρουσία τής
αγιασμένης αγάπης Του.
Όσο για τη λογική του πάλι, δεν είναι
ανάγκη να κάνουμε φανταστικούς ακροβατισμούς, αλλά όπως ο ίδιος ομολογούσε, «ημείς
όμως έχομεν τον νουν του Χριστού» (Α΄ Κορινθίους β΄
16). Η σκέψη μας, αυτός ο λεπτός και τόσο ευμετάβλητος μηχανισμός, που δέχεται
τόσες και τόσες επιρροές, στον Παύλο είχε αλλάξει τελείως. Είχε προσδεθεί στην
αρχή και αργότερα είχε ταυτιστεί απόλυτα με τη σκέψη τού Κυρίου, σε σημείο, που
κάθε σκέψη του να μην είναι δική του, αλλά του Κυρίου, του Κυρίου του που τόσο
αγαπούσε. Ούτε στιγμιαίες ή φευγαλέες σκέψεις, που να έχουν διάφορο περιεχόμενο
από τη σκέψη τού Κυρίου, είχε στη ζωή του.
Η δύναμή του, δύναμη μαρτυρίας, δύναμη
άγιας ζωής, δύναμη που με αυτή έκανε θαύματα, δεν ήταν δική του. Το ’ξερε πάρα
πολύ καλά. Ήταν του Κυρίου του. Τα λόγια που έλεγε, οι πράξεις που έκανε, η
εντύπωση που προκαλούσε στους γύρω του, ήταν αυτούσια του Χριστού, που με το
Πνεύμα Του το Άγιο τα αναπαρήγαγε μέσα του. Ήξερε, του το είχε πει ξεκάθαρα, τι
μπορεί να βγει από τον άνθρωπο, από αυτό που αποκαλούσε σάρκα. Αυτά όμως που
έκανε, που θαύμαζαν οι άνθρωποι και δόξαζαν τον Θεό, και που ήταν τόσο όμοια με
τις πράξεις του Κυρίου του, τα έκανε ο Χριστός, που ζούσε μέσα του.
Αν ρωτούσαμε τον Παύλο, όπως και κάθε,
όχι απλώς πιστό, αλλά αφιερωμένο παιδί του Θεού, θα μας έλεγε, «δεν μπορώ να
αναγνωρίσω τον εαυτό μου». Και αυτό δεν το λέει μόνο ο Παύλος, μα και σε μας
συμβαίνει, οι άλλοι, οι γύρω μας, πολλές φορές άθελά τους να το ομολογούν, πως
τώρα πια δεν μας αναγνωρίζουν, και έχουν απόλυτο δίκιο. Αν γνώριζαν τον Χριστό,
θα αναγνώριζαν στη ζωή μας γραμμές Χριστού. Εκείνα που έκαναν τα χέρια μου, δεν
τα κάνουν πια. Ναι, είμαι κάποιος άλλος. Αυτός ο άλλος δουλεύει στην καρδιά μου
και στη ζωή μου. «Κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν» (Εφεσίους γ΄ 20). Ο πιστός και αφιερωμένος χριστιανός είναι
κάτι άλλο. Είναι ένα ζωντανό κινούμενο θαύμα. Ένα «νέον κτίσμα». Πώς μπορούσε
καλύτερα να πει και να παρουσιάσει αυτήν την πραγματικότητα;
Είχε παραδώσει τελείως τον εαυτό του
στον Χριστό, που είχε κάνει κατοχή απόλυτη μέσα στην ύπαρξή του. Ο Χριστός ήταν
ο απόλυτος Κύριος της ζωής του και της ύπαρξής του.
Βέβαια για να γίνει κάτι τέτοιο στον
Παύλο, όσο και σε μας, προηγείται ο θάνατος του παλιού ανθρώπου, με το πνεύμα
του σταυρού και μαζί με το σταυρό του Χριστού, σε μια ταύτιση θανάτου, για να
φανερωθεί η ζωή Του, η ζωή της ανάστασής Του. Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος έλεγε
«πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού περιφέροντες εν τω σώματι, διά να
φανερωθή εν τω σώματι ημών και η ζωή του Ιησού.»(Β΄
Κορινθίους δ΄ 10).
Το έργο αυτό ήταν ολοκληρωμένο στη ζωή
του αποστόλου Παύλου, για να μπορεί να λέει: «Μιμηταί
μου γίνεσθε, καθώς και εγώ του Χριστού» (Α΄
Κορινθίους ια΄ 1). Ήταν τόσο απόλυτα βέβαιος για την
ταύτιση, ώστε να λέει στους ανθρώπους ότι ή εμένα βλέπετε ή τον Χριστό είναι το
ίδιο πράγμα. Γιατί κι εγώ δεν είμαι εγώ, ο απόστολος Παύλος, αλλά «ο Χριστός εν
εμοί».
Τώρα, μπροστά σ’ αυτή τη θαυμαστή
πραγματικότητα, αν θελήσεις να κοιτάξεις τις διάφορες πλανερές αντιλήψεις που
επικρατούν στο χριστιανικό κόσμο, μεταξύ ευσεβών ανθρώπων, το λιγότερο είναι να
νιώσεις μια μεγάλη πικρία, σε σημείο να τραβάς τα μαλλιά σου. Ακούμε…
Α) Διαβάζω το Ευαγγέλιο και προσπαθώ
να το εφαρμόσω. Είναι τόσο πικρό και αστείο. Πάρε την επί του όρους ομιλία του
Κυρίου και προσπάθησε να εφαρμόσεις, αν εφαρμόζονται, με απλές ανθρώπινες
δυνάμεις, τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Να βγάλεις το μάτι σου για να μην
σκανδαλιστείς. Να δώσεις και το σακάκι σου στον όποιο θέλει να σου αρπάξει το
παλτό. Ή να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο. Τίποτα από αυτά δεν μπορούμε να
κάνουμε. Όλα όμως μπορούν να γίνουν, αν ο Χριστός κατοικήσει στις καρδιές μας.
Β) Παρακολουθώ τη ζωή του Χριστού και
προσπαθώ να την αντιγράψω. Η ζωή του Χριστού δεν αντιγράφεται. Άσε που το
αντίγραφο είναι πάντα αντίγραφο. Ποτέ δεν μπορεί να γίνει σαν το πρότυπο. Τη
ζωή του Χριστού μόνο ο Χριστός μπορεί να τη ζήσει μέσα στο δικό μας σώμα, αν
Του παραδοθούμε ολοκληρωτικά.
Γ) Κάνω πάντα το καλό και αποφεύγω το
κακό, σύμφωνα με τη συνείδησή μου. Αυτό ξεπερνά όλα τα προηγούμενα. Η συνείδηση
είναι τόσο ελαστική και τόσο εύκολα πωρώνεται, που αλίμονο σ’ όποιον έχει σαν
γνώμονα της ζωής του την ελαστική του και απροσδιόριστη συνείδηση, που δεν
μπορεί να μας οδηγήσει πουθενά.
Ο Παύλος, που ζούσε αυτή τη θαυμαστή
πείρα, να ζει ο Χριστός στην καρδιά του και αυτός να είναι νεκρός, αποδίδει τα
πάντα σ’ Αυτόν λέγοντας « ο Θεός είναι ο ενεργών εν υμίν
και το θέλειν και το ενεργείν»
(Φιλιππησίους β΄ 13). Ο Χριστός ρυθμίζει τη θέλησή
μου, που Του έχει παραχωρηθεί, και Αυτός μέσα από το σώμα μου ενεργεί, όλα όσα
οι άλλοι βλέπουν ενεργούμενα από μένα.
Κάτω από αυτό το πνεύμα φωτίζονται
πάρα πολλές αλήθειες και πραγματικότητες, που διαφορετικά θα ήταν τόσο δύσκολα
κατανοητές.
Α) Όλοι οι χριστιανοί, έστω και αν
ανήκουν σε διαφορετικές φυλές και διαφορετικούς πολιτισμούς, μοιάζουν τόσο πολύ
μεταξύ τους. Απλούστατο. Οι διαφορές μηδενίζονται διά
του θανάτου τού εαυτού τους και τη θέση
τους παίρνει ο ζωντανός, αναστημένος Ιησούς. Δεν υπάρχουν πολλά πρόσωπα.
Υπάρχουν πολλοί, που πέθαναν για να ζήσει ο Ένας.
Β) Τότε, μπορεί να πραγματοποιηθεί
απόλυτα αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος, πως «σεις είσθε η επιστολή ημών, … γινωσκομένη και αναγινωσκομένη
υπό πάντων των ανθρώπων, και φανερώνεσθε ότι είσθε
επιστολή Χριστού…» (Β΄ Κορινθίους γ΄ 2, 3). Ο κάθε πιστός είναι ένα ζωντανό
Ευαγγέλιο, που το διαβάζουν και όσοι δεν ξέρουν γράμματα. Ένα Ευαγγέλιο, που
κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους, όλο ζωντάνια, ανάγλυφο, δυνατό.
Γ) Και ακόμα, ό,τι και αν κάνει ένας
τέτοιος άνθρωπος, που δε ζει αυτός, αλλά ζει ο Χριστός μέσα του, δεν μπορεί
παρά, όπου και αν βρεθεί, θα απλώνει «το άρωμα της γνώσης του Χριστού», ένα
άρωμα, που δυστυχώς μόνο με τα λόγια δεν μπορεί να δοθεί στους άλλους.
Θα ήταν βλασφημία, αν σκεφτόμαστε, και
ίσως λέγαμε, πως αυτά είναι «καλά και σωστά για τον Παύλο, μα όχι και για μας».
Κανένας λόγος και τίποτα δεν δικαιολογεί μια τέτοια θέση. Ο Ίδιος ο Χριστός,
που ζούσε στον Παύλο, μπορεί να ζήσει και στον καθένα μας, αν το θελήσει και
προσφέρει τον εαυτό του τελείως ελεύθερα στον Χριστό, να κατοικήσει και να
ζήσει στην καρδιά του.
Μια μοιρασμένη καρδιά και ζωή,
προσφέρει μια καρικατούρα Χριστού, καθόλου ελκυστική ίσως για τον Κύριό μας.
Είναι η περίπτωση που αναγκάζει τον Κύριο ν’ αναφέρει το «θα σε εξεμέσω εκ του στόματός μου…» (Αποκάλυψη Ιωάννου γ΄ 16).
Και … οι άνθρωποι που έχουν τον Χριστό
μέσα τους φαίνονται , φαίνονται πολύ καλά. Θα τελειώσω με μια ιστορία. Συνέβη
πριν από χρόνια, τότε που οι γειτονικές μας Βαλκανικές χώρες ήταν κλειστές για
το Ευαγγέλιο. Μια ομάδα χριστιανών, εκμεταλλευόμενη μια εκδρομή, που θα γινόταν
στη Βουλγαρία για ποδοσφαιρικούς λόγους, έβγαλαν και αυτοί εισιτήρια, για να
βρουν χριστιανούς και να τους δώσουν Ευαγγέλια στη βουλγαρική. Μα δεν είχαν
παραπάνω πληροφορίες. Πώς θα έβρισκαν τους χριστιανούς, που ήξεραν πως υπήρχαν;
Άρχισαν να γυρίζουν τα μαγαζιά και να κοιτάζουν τους ανθρώπους. Σε κάποιο
παντοπωλείο είδαν μια γυναίκα, θα ’πρεπε να είναι χριστιανή. Την πλησίασαν, την
ρώτησαν και ήταν πραγματική χριστιανή, που τους οδήγησε στην εκκλησία τής
Σόφια.
Ο Χριστός δεν ήρθε μόνο να μας συγχωρήσει τις αμαρτίες μας. Ο
Χριστός δεν ήρθε μόνο να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας. Ο Χριστός ήρθε
να κατοικήσει και να ζήσει στην καρδιά μας τη δική Του ζωή.
Φυσικά
αν το θέλουμε κι εμείς.