Κατασκήνωση

 

 

         Πάντα πίστευα ότι δεν ξεκινάει σωστά το καλοκαίρι όταν είσαι παιδί, αν δεν ξεκινάει με κατασκήνωση. Σίγουρα όλοι έχετε δικές σας ιστορίες από καλοκαιρινά κατορθώματα  και ελπίζω να ετοιμάζεστε να προσθέσετε και άλλα.

        

Η ιστορία όμως που θέλω να σας πω συνέβηκε όταν η Ελίζα και η Ρόδη είχαν πάει στην κατασκήνωση όχι ως παιδιά, αλλά ως ομαδάρχισσες. Τώρα αυτό ίσως δεν είναι και πολύ σαφές, γιατί ήταν στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου και έτσι ήταν κάτι ανάμεσα σε κατασκηνώτριες και επίσημους βοηθούς του ομαδάρχη. Πάντως οι ίδιες ένιωθαν ότι τους είχε γίνει η μεγαλύτερη τιμή και ότι αναλάμβαναν τη μεγαλύτερη ευθύνη.

Και έτσι ακριβώς ήταν.

Τα παιδιά που ανέλαβαν ήταν κοριτσάκια πολύ μικρά, στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, και έτσι είχαν πολλές δουλειές: να καθαρίζουν την ομάδα, να σερβίρουν το φαγητό, να τα βοηθάνε στο μπάνιο και διάφορα άλλα, με τα οποία δεν χρειάζεται να σας τρομάξω τώρα. Η ομαδάρχισσά τους ήταν πολύ καλή και αντιμετώπιζε την Ελίζα και τη Ρόδη σαν φίλες και συνεργάτες περισσότερο, παρά σαν παιδιά. Οι ίδιες ήταν ανακουφισμένες που δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα περισσότερο, όπως συμμελέτη ή συζήτηση με τα παιδιά, γιατί ήταν κάτι, στο οποίο δεν ήταν συνηθισμένες. Όμως σύντομα θα ανακάλυπταν ότι δεν αξίζει τίποτα τόσο, όσο το να δώσεις σε κάποιον το μήνυμα του Χριστού.

Οι μέρες περνούσαν κουραστικά αλλά γεμάτα και τα κοριτσάκια της ομάδας δενόντουσαν όλο και πιο πολύ με την ομαδάρχισσά τους και την Ελίζα και τη Ρόδη. Τις υπάκουγαν το ίδιο με την ομαδάρχισσα (όταν τις υπάκουγαν) και το μεσημέρι τους έφτιαχναν ζωγραφιές με καρδούλες, που έγραφαν επάνω «σας αγαπό κιρία Ελίζα» και « με πολύ αγάπη στη κηρία Ρόδι». Σιγά-σιγά ήταν πιο εύκολο να μπουν σε μια σειρά για να πάνε για φαγητό και καθώς λιγόστευαν τα καθαρά ρούχα στις βαλίτσες πλήθαιναν οι αγκαλιές και τα «ευχαριστώ» και «παρακαλώ». Και όταν πήγαιναν στη θάλασσα, εκεί γινόταν το μεγάλο πανηγύρι. Κάνανε τούμπες και βουτιές και παιχνίδια και έχτιζαν κάστρα από άμμο. Η Ελίζα και η Ρόδη είχαν μαγευτεί από όλη αυτή την εμπειρία και όταν έπεφταν εξουθενωμένες το βράδυ στο κρεβάτι τους, για να σηκωθούν πάλι σε δύο λεπτά, επειδή κάποιος ήθελε νερό ή είδε κακό όνειρο, αισθάνονταν κάτι ανάμεσα σε μητέρες και μεγάλες αδερφές για αυτά τα παιδιά. Κοιταζόντουσαν πάνω από τα κεφαλάκια στο τραπέζι του πρωινού εξισορροπώντας ζάχαρες, γάλατα, χαρτοπετσέτες και μια χτένα, γιατί κάποιο κοριτσάκι δεν πρόλαβε να χτενιστεί και της έπεφταν τα μαλλιά μέσα στα κορν-φλέικς, και αναστέναζαν από την κούραση. Μέσα τους όμως ήξεραν η μία για την άλλη και η κάθε μία για τον εαυτό της, ότι δεν υπήρχε άλλη εμπειρία πιο όμορφη, πιο περιπετειώδης και πιο σημαντική στη ζωή τους μέχρι τώρα.

 

Στης Ρόδης ειδικά την καρδιά, η πρώτη αυτή φορά που βγήκε στον κόσμο όχι σαν παιδί αλλά σαν μεγάλη -όχι σαν κάποιος που χρειάζεται φροντίδα αλλά σαν κάποιος που φροντίζει τους άλλους- είχε μια πιο ιδιαίτερη σημασία. Τον προηγούμενο χειμώνα είχε σοβαρευτεί με τα πράγματα του Θεού. Και αν η αναγέννηση συμβαίνει μέσα στην καρδιά μας σε ένα λεπτό, μετά ξεκινάει μια ζωή ολόκληρη, που πρέπει να μάθουμε να  τη ζούμε με τον τρόπο του Θεού. Ήταν λοιπόν πολύ καινούργια ακόμα στη νέα αυτή ύπαρξη.

Όταν πρωτοέφτασε στην κατασκήνωση, και τις πρώτες ημέρες, ένιωθε τόσο ανάξια και ανήξερη για όλα αυτά που έπρεπε να κάνει, που στράφηκε στον Θεό για στήριγμα. Όχι ότι δεν μπορούσε να τα προσπαθήσει όλα μόνη της, αλλά ήξερε πως δε θα τα κατάφερνε ποτέ. Και είδε με μεγάλη έκπληξη, ότι στ’ αλήθεια ο Κύριος ήταν εκεί μαζί της κάθε στιγμή, είτε έπλενε τουαλέτες είτε προσπαθούσε να παρηγορήσει ένα παιδάκι που έκλαιγε και ήθελε τη μαμά του. Ανακάλυψε ότι, όταν νόμιζε ότι δεν είχε τις απαραίτητες δυνάμεις ή το κουράγιο, τότε της έδινε ο Θεός  ακόμα περισσότερο. Και ότι όσο πιο πολύ έδινε στους άλλους, τόσο πιο πολύ ένιωθε η ίδια ότι έπαιρνε. Δεν της είχε συμβεί ποτέ πριν να χρειαστεί τόση πολλή βοήθεια από τον Κύριο, αλλά τώρα ανακάλυπτε ότι Εκείνος ήταν η πιο ανεξάντλητη πηγή. Όσο πιο πολύ Τον χρειαζόταν, τόσο πιο κοντά της Τον ένιωθε. Ήταν μια μαγική εμπειρία.

Πριν κοιμηθεί το βράδυ, παρόλο που ο ύπνος τη διεκδικούσε, η Ρόδη προσευχόταν ξεχωριστά για κάθε όνομα μέσα στην ομάδα και αυτό της έφερνε ένα αίσθημα ασφάλειας. Ήξερε ότι, αν υπήρχε κάποιος κίνδυνος ή κάποια παράλειψη εκ μέρους της –και σίγουρα θα υπήρχαν πολλές-, τα είχε αναλάβει όλα Εκείνος και τα φρόντιζε. Η ευθύνη περνούσε στα δικά Του χέρια και κοιμόντουσαν όλοι ειρηνικά.

Όσο περνούσε ο καιρός, η Ρόδη κατάλαβε ότι μπορεί να μην είχε τα προσόντα προς το παρόν να κηρύξει με τα λόγια για τον Χριστό, αλλά σίγουρα μπορούσε να μιλήσει γι’ Αυτόν με τη ζωή της.

 

Μια μέρα ένα κοριτσάκι από την ομάδα της Ελίζας και της Ρόδης, η Κέσι, ξύπνησε το πρωί και δεν αισθανόταν καλά. Είχε λίγα δέκατα και της έδωσαν αντιπυρετικό (μετά την πρώτη εβδομάδα είχαν γίνει και νοσοκόμες, τόσα που είχαν αντιμετωπίσει). Προς το μεσημέρι ο πυρετός ανέβηκε και την πήγαν στο νοσοκομείο της κατασκήνωσης, για να μην κολλήσει κανέναν άλλο. Εκεί ανακάλυψαν ότι εκτός από τον πυρετό είχε και κάποια σπυράκια στα χέρια και την κοιλιά. Τελικά είχε βγάλει την ανεμοβλογιά.

Θα θυμάστε σίγουρα, και αν δεν θυμάστε θα μπορείτε να φανταστείτε, πόσο άσχημο πράγμα είναι να περνάει κανείς οποιαδήποτε παιδική αρρώστια και πόσο μάλλον μία που απαιτεί απομόνωση. Όσο δύσκολο κι αν είναι για ένα παιδάκι να περάσει την ανεμοβλογιά, είναι διπλάσια δύσκολο όταν βρίσκεται στην κατασκήνωση. Όταν έξω από το παράθυρο ακούγονται φωνές και γέλια και η μπάλα να μπιστάει. Ευτυχώς, η Κέσι δεν την πέρασε βαριά, είχε μόνο λίγα σπυράκια εδώ κι εκεί και ο πυρετός κράτησε κάνα δυο μέρες. Αλλά η απομόνωση έπρεπε να κρατήσει πιο πολλές και οι γονείς της δεν μπορούσαν να έρθουν αμέσως να την πάρουν. Έπρεπε να μείνει λοιπόν εκεί, στο άσπρο κρεβάτι του νοσοκομείου και να διαβάζει κανένα παιδικό βιβλίο από τη βιβλιοθήκη της κατασκήνωσης, ενώ έξω ο ήλιος έλουζε τα πεύκα και οι φίλες της έτρεχαν στις κούνιες.

Η Ελίζα πεταγόταν και την έβλεπε όσο πιο συχνά μπορούσε, μια που την είχε περάσει την αρρώστια αυτή, η Ρόδη όμως όχι, και έτσι δεν μπορούσε να πάει κοντά της.

Μετά τις πρώτες δυο τρεις μέρες που έλειπε η Κέσι από την ομάδα και μέσα στις τόσες δουλειές, η Ρόδη σχεδόν την ξέχασε. Ήξερε ότι θα την φρόντιζαν οι αδελφές εκεί στο νοσοκομείο και ούτε που της πέρασε από το μυαλό πόσο θα βαριόταν και θα ένιωθε μοναξιά το κοριτσάκι.

Μια μέρα πήγε μια άλλη ομαδάρχισσα και επισκέφτηκε τους ασθενείς του νοσοκομείου κι γυρνώντας είπε στη Ρόδη και στην Ελίζα:

- Ξέρετε, η Κέσι δεν αντέχει άλλο εκεί πέρα μόνη της. Σήμερα που πήγα έκλαιγε και μου φώναζε: «Να πείτε στην Ελίζα και τη Ρόδη να έρθουν αμέσως εδώ και να μου κάνουν παρέα! Τώρα!»

Η ομαδάρχισσα γελούσε με τα καμώματα του κοριτσιού, αλλά η Ρόδη κοίταξε την Ελίζα με μάτια στρογγυλεμένα από την έκπληξη. Είναι δυνατόν να την χρειαζόταν κάποιος άνθρωπος; Αυτήν, που μέχρι χτες ήταν και η ίδια παιδί; Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Η Κέσι είχε ζητήσει ειδικά αυτήν και την αδερφή της. Βέβαια ίσως ο λόγος, που δεν ζήτησε να της φέρουν την ομαδάρχισσα, ήταν επειδή σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ απασχολημένη ή απλώς ένιωθε ότι η Ελίζα και η Ρόδη ήταν κάπως πιο κοντά στην ηλικία της. Αυτό πάντως δε διαφοροποιούσε το γεγονός, ότι αυτές οι λίγες λέξεις που τους είχε μεταφέρει η άλλη ομαδάρχισσα άλλαξαν τα πάντα στο μυαλό της Ρόδης.

Μόλις τελείωσε τη δουλειά που έκανε εκείνη τη στιγμή, πήγε στο νοσοκομείο και κάθησε για λίγη ώρα μαζί με την Κέσι. Της είπε τι είχε συμβεί αυτές τις μέρες που δεν μπορούσε να βγει έξω. Της διηγήθηκε κάποια γκάφα που είχε πάθει ενώ σκούπιζε κάτω από τα κρεβάτια. Της διάβασε ένα βιβλίο. Της χάιδεψε το κεφάλι. Γελάσανε. Της υποσχέθηκε πως θα ξανάρθει. Όταν τελικά έφυγε, επειδή χτύπησε το καμπανάκι για το μεσημεριανό φαγητό, η Κέσι ένιωθε καλύτερα και είχαν πάρει λίγο χρώμα τα μάγουλά της. Καθώς κατέβαινε τα σκαλιά τρέχοντας, η Ρόδη συνειδητοποίησε κάτι. Είχε ξεχάσει τελείως ότι μπορούσε να κολλήσει ανεμοβλογιά. Ούτε που της είχε περάσει από το μυαλό. Αλλά και τώρα που το σκέφτηκε, δεν την ένοιαζε καθόλου. Χαμογέλασε. Όχι απλώς δεν την ένοιαζε, αλλά θα άξιζε τον κόπο κιόλας, να κολλήσει κανείς ανεμοβλογιά από ένα παιδάκι που χρειαζόταν ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά και λίγο ενδιαφέρον, σκέφτηκε.

 

Τελικά η Ρόδη δεν κόλλησε ανεμοβλογιά εκείνη τη φορά.

Αυτό όμως, που πήρε από εκείνο το φωτεινό δωμάτιο του νοσοκομείου, την ακολούθησε μέχρι που πέρασε από τη μεγάλη καγκελόπορτα της κατασκήνωσης, για να έρθει πάλι του χρόνου. Για χρόνια μετά θα θυμόταν εκείνο που της έμαθε ο Κύριος με τη βοήθεια ενός μικρού κοριτσιού με ξανθοκάστανα μαλλιά και δύο κενά ανάμεσα στα μπροστινά δόντια: Πως αυτό, που όλοι θεωρούν θυσία, αν το κάνεις για τον Θεό γυρίζει πίσω σε σένα εκατονταπλάσιο και γίνεται η πιο μεγάλη ευλογία για τη ζωή σου.

Πως όταν δίνεις στον Κύριο, δεν δίνεις πραγματικά, αλλά παίρνεις. Σε χαρά, σε γνώση, σε αγάπη, σε δόξα. 

 

Να ξέρετε ότι όπου κι αν πάτε ετούτο το καλοκαίρι, στην κατασκήνωση, στην παραλία, στον παππού και τη γιαγιά, όπου και αν πάτε, θα σας περιμένει ο Χριστός, όπως τη Ρόδη εκείνο το καλοκαίρι.

Μακάρι να Τον βρείτε.

                                                                                             Ρ-Ε

 

 

Πνευματικά