Επιστολή προς Ρωμαίους
Κεφάλαιο α΄ 18-32
Μετά απ’ όσα μελετήσαμε ως εδώ, κατανοούμε το γιατί ο
Απόστολος Παύλος δεν αισχυνόταν το Ευαγγέλιο. Όποιος φέρνει ένα τέτοιο μήνυμα
του Θεού προς τον κόσμο, πραγματικά δεν έχει κανένα λόγο να μην το μεταδώσει.
Πού και πότε είχαν ακουστεί παρόμοια πράγματα; Η δικαιοσύνη του Θεού
προσφερόταν τώρα ελεύθερα και δωρεάν, μάλιστα προς όλους τους ανθρώπους
χωρίς διάκριση, και χωρίς κάθε είδους ανθρώπινη σύμπραξη, αποκλειστικά δια πίστεως.
Αυτομάτως φθάνει τώρα ο Απόστολος στην εξήγηση του
ερωτήματος, πώς κατέστη απαραίτητη μια τόσο μοναδική πράξη αγάπης του Θεού. Η
αιτία είναι η απώλεια χωρίς ελπίδα όλου του κόσμου, η ενοχή όλων
των ανθρώπων, είτε Ιουδαίων είτε ειδωλολατρών. Εφ’ όσον ο Θεός ήθελε ν’
αποδείξει την αγάπη Του σ’ έναν χαμένο κόσμο, εφ’ όσον ήθελε να σώσει τους ανθρώπους,
των οποίων η αμαρτωλή, άσωτη κατάσταση οδηγούσε στην αιώνια απώλειά τους,
έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα βάση, πάνω στην οποία όχι μόνο θα παρέμενε ο
Ίδιος δίκαιος, αλλά θα μπορούσε και να τους δώσει χάρη βάσει της
δικαιοσύνης Του. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, ο άγιος Θεός μπορούσε να αντιμετωπίσει
την αμαρτία των ανθρώπων μόνον οργή.
Γι’ αυτό συναντάμε στο εδάφιο 18 τα σημαντικά, συχνά
ακατανόητα, λόγια: «Διότι οργή Θεού αποκαλύπτεται απ’ ουρανού επί πάσαν
ασέβειαν και αδικίαν
ανθρώπων, οίτινες κατακρατούσι
την αλήθειαν εν αδικία».
Ας προσέξουμε αρχικά τις εντελώς ίδιες φράσεις στα
εδάφια 17 και 18: «αποκαλύπτεται η
δικαιοσύνη» και «αποκαλύπτεται οργή
Θεού». Και τα δύο συμβαίνουν στην παρούσα εποχή, και μάλιστα σε σχέση με
το Ευαγγέλιο. Ταυτόχρονα με την δοσμένη δικαιοσύνη του Θεού αποκαλύπτεται η
οργή του Θεού απ’ ουρανού. Ακόμα δεν εκτελείται.
Η ώρα της εκτέλεσης της κρίσης δεν έχει έρθει ακόμα, αλλά η οργή
αποκαλύπτεται, και μάλιστα παράλληλα προς τον λόγο του Σταυρού.
Αυτό ίσως προς το παρόν ν’ ακούγεται παράξενο, θα το
κατανοήσουμε όμως, όταν σκεφθούμε την αλλαγμένη δια του σταυρού του Χριστού
κατάσταση. Ο Θεός ήδη παλαιότερα είχε αφήσει να επέλθουν σοβαρές κρίσεις πάνω
στον άνθρωπο. Χρειάζεται μόνο να θυμηθούμε το μεγάλο κατακλυσμό, τα Σόδομα
και τα Γόμορρα, την Ερυθρά θάλασσα, την περίπτωση του Κορέ
κλπ.. Αλλά όλες αυτές οι κρίσεις ήταν τρόποι να φανερώσει ο Θεός στη Γη την
αγιότητά Του, ξεκάθαρα σημεία της κυριότητας Του, όχι όμως αποκάλυψη της
οργής Του απ’ ουρανού. Σ’ αυτές τις κρίσεις ο Θεός έδινε μαρτυρία, ότι
είναι δίκαιος και άγιος και ότι μισεί την αμαρτία, ποτέ όμως δεν είχε βγει
από το κατοικητήριό Του. Το καταπέτασμα Τον έκρυβε.
Μόλις ολοκλήρωσε ο Υιός του Θεού το απολυτρωτικό Του έργο και έθεσε μ’ αυτό τη
βάση για τη σωτηρία μας, βγήκε πλήρως στο φως το ποιος είναι ο Θεός, συνεπώς
και τι είναι ο άνθρωπος και τι η αμαρτία.
Ο νόμος και οι οδοί του Θεού στην παλαιά οικονομία
είχαν δείξει τμήματα της υπόστασής Του, αλλά ο Θεός ποτέ δεν έδειξε τόσο
καθαρά, όπως στο Σταυρό, πόσο δεν μπορεί να ανεχθεί την αμαρτία και κάθε κακό.
Επάνω στο Σταυρό Εκείνος, ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος δεν γνώριζε αμαρτία,
έγινε αμαρτία για μας και ήπιε το ποτήρι της οργής του Θεού για την αμαρτία.
Ταυτόχρονα ποτέ δεν είχε έρθει στο φως η αγάπη και το έλεός Του έτσι όπως εκεί.
Με την πιο συνταρακτική αποκάλυψη της δικαιοσύνης του Θεού συνδέθηκε στο
Σταυρό η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης Του.
Στο Ευαγγέλιο δηλαδή αφ’ ενός μεν αποκαλύπτεται η δικαιοσύνη
του Θεού και χαρίζεται δωρεάν σε κάθε έναν που πιστεύει σ’ Αυτόν, αφ’ ετέρου
δε ο Θεός δείχνει πιο καθαρά και
έντονα από ποτέ, ότι η οργή Του πρόκειται να βρει «πάσαν
ασέβειαν» (οποιουδήποτε είδους). Όχι μόνον αυτήν,
αλλά και «πάσαν αδικίαν ανθρώπων,
οίτινες κατακρατούσι την αλήθειαν εν αδικία». Δεν αφορά πλέον μόνον έναν μεμονωμένο
λαό, όπου ο Θεός
καταδικάζει την ανομία, όπως κάποτε στον Ισραήλ (συγκρ. Αμώς γ΄ 1,2), ο
οποίος είχε τον Νόμο Του. Επίσης δεν πρόκειται μόνο για τις οδούς της διακυβέρνησής
Του με συνέπεια την ανταπόδοση στους ανθρώπους και λαούς λόγω των πράξεών
τους, αλλά τώρα κρίνει κάθε κακό, κάθε τι το οποίο είναι αντίθετο προς
Αυτόν, ο Οποίος είναι το Φως. Η οργή Του αποκαλύπτεται απ’ ουρανού προς όλους
τους ανθρώπους, χωρίς καμία εξαίρεση. Όλοι βρίσκονται, λόγω των αμαρτιών τους,
κάτω από την οργή Του και παραμένουν εκεί, εάν δεν δεχθούν με πίστη την
προσφερόμενη σωτηρία (Ιωάννης γ΄ 36). Η ενοχή του καθενός ίσως να διαφέρει στο
μέγεθος, αλλά όλοι είναι ένοχοι, όλοι είναι τέκνα οργής, ολόκληρος
ο κόσμος έχει πέσει υπό την κρίση του Θεού.
«Ασέβεια»
είναι ο χαρακτηρισμός της κατάστασης των ειδωλολατρών.
Χωρίς Θεό και χωρίς ελπίδα μέσα στον κόσμο, μη γνωρίζοντας και σκληρόκαρδοι,
συσκοτισμένοι στο νου και ξένοι ως προς τη ζωή του Θεού, έτσι ζούσαν και
πορεύονταν (Εφεσίους β΄ 12, δ΄ 18). «Αδικία» είναι ο
χαρακτηρισμός του Ιουδαίου, ο οποίος όχι μόνον είχε τις επαγγελίες του Θεού,
αλλά γνώριζε μέσα από το νόμο τα δίκαια ζητούμενα του Θεού προς τα πλάσματά
Του. Αλλά μολονότι γνώριζε τις σκέψεις του Θεού σχετικά με το τι είναι καλό
και τι κακό, αγάπησε την αδικία και παρέβη χιλιάδες φορές τις άγιες, αγαθές
εντολές του Θεού. Τα προνόμια, τα οποία είχε ο Ιουδαίος ως προς τον ειδωλολάτρη,
εξυπηρετούσαν λοιπόν μόνο, στο να μεγαλώσουν την ευθύνη και το χρέος του.
Ακριβώς έτσι έγινε και το χρέος τής κατ’ όνομα χριστιανοσύνης το τεράστιο,
λόγω των προνομίων που δόθηκαν σ’ αυτήν.
Επειδή
την εκκλησία στη Ρώμη την αποτελούσαν κυρίως πρώην ειδωλολάτρες, εξηγείται
εύκολα γιατί ο Απόστολος αρχικά (μέχρι το εδάφιο 16 του δευτέρου κεφαλαίου)
ασχολείται με την κατάσταση του ειδωλολατρικού κόσμου και αργότερα (κεφ. β΄ 17
– γ΄ 20) μιλάει για την αδικία των
Ιουδαίων. Αναφέρει τρεις λόγους για την ενοχή των ειδωλολατρών ενώπιον του Θεού:
1.
Έχουν τη
μαρτυρία της δημιουργίας. Εκείνα, τα οποία φαίνονται σχετικά με τον
Θεό, η αιώνια δύναμη και η θεότητά Του, γίνονται αντιληπτά στα όσα Αυτός
δημιούργησε από κτίσεως κόσμου (εδάφια 19,20).
2.
Στην αρχή είχαν
τη γνώση περί του Θεού (εδάφιο 21).
3.
Έχουν μια συνείδηση
(αν και δεν λειτουργεί σωστά), η οποία μαρτυρεί μέσα τους, ώστε οι λογισμοί
τους να κατηγορούνται ή και να απολογούνται μεταξύ αλλήλων (κεφ. β΄ 14,15).
Δυστυχώς οι ειδωλολάτρες, αν και έχουν πολύ
περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε συνήθως, είναι αναπολόγητοι! Τι έκαναν με όσα τους είχαν δοθεί;, Αν και
ελέγχονταν από τη μεγαλειότητα, εξουσία και σοφία του Θεού μέσω των θαυμαστών
έργων και νόμων της φύσεως, «δεν εδόξασαν … ουδέ ευχαρίστησαν»,
αλλά με την υπερηφάνειά τους και τους διαλογισμούς τους ξέπεσαν όλο και
περισσότερο στη μωρία και συσκότιση της καρδιάς τους. Πάνω σ’ αυτούς επήλθε κρίση.
Τρεις φορές συναντάμε στο κεφάλαιό μας το σοβαρό λόγο: «Δια τούτο και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός». Με την αγαθότητά Του «δεν αφήκεν αμαρτύρητον εαυτόν,
αγαθοποιών, δίδων εις ημάς ουρανόθεν βροχάς και καιρούς καρποφόρους, γεμίζων
τροφής και ευφροσύνης τας καρδίας ημών» (Πράξεις
Αποστόλων ιδ΄ 15-17), αλλά ανταπέδιδαν για την
αγαθότητά Του αχαριστία και περιφρόνηση.