ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

 

 

European Airlines

 

ΠΡΑΞΗ 1Η

 

 

Σκηνικά

Μια αεροσυνοδός εδάφους, η Ντέση, αναγγέλλει τη ματαίωση μιας πτήσης, κάτι που εξαγριώνει τους επιβάτες. Στη σκηνή η αεροσυνοδός συνομιλεί με δύο επιβάτες.

 

Ντέση: Παρακαλώ!

Επιβ.1: (έντονα οργισμένος) Τι κατάσταση είναι αυτή, κυρία μου; Μας έχετε διαλύσει. Από τα άγρια χαράματα είμαστε στο αεροδρόμιο, θέλουμε να πάμε στους δικούς μας!

Ντέση: Δεν μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε, η πτήση σας ακυρώθηκε. Το αεροπλάνο σας δεν απογειώθηκε από το Παρίσι.

Επιβ.2: (οργισμένος) Τι θα πει ακυρώθηκε η πτήση; Να βάλετε άλλο αεροπλάνο. Θέλουμε να πάμε στις οικογένειές μας! Εδώ μέσα θα κάνουμε Χριστούγεννα; European Airlines σου λέει. Αυτή είναι εταιρεία! Σου πετάει ένα «ακυρώθηκε η πτήση» και κόψτε το λαιμό σας…. Έναν υπεύθυνο κυρία μου, έναν υπεύθυνο να του μιλήσω!

 

(Χτυπάει το τηλέφωνο στο γραφείο της αεροσυνοδού. Το σηκώνει η Ντέση. Ακούει και κάθε τόσο βγάζει κραυγές με αμηχανία).

 

Ντέση: (με το ακουστικό στο χέρι). Τι; Του λείπουν τρεις επιβάτες; Καλά, πού πήγαν; Εξαφανίστηκαν τρεις επιβάτες; Ολόκληροι επιβάτες…. (ακούει…) Κάτσε μια στιγμή να κρατηθώ να μην πέσω. Καλά, για τον πιλότο στο Παρίσι, το ξέρω, δεν τον βρίσκουν, τον ψάχνουν, αλλά να εξαφανιστούν επιβάτες…. Τι είναι πάλι αυτό; Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιος χαλασμός…. Και τώρα τι κάνει; Επιστρέφει Βρυξέλες; Να αναγγείλω καθυστέρηση ή ματαίωση; Ναι… καλά… ενημέρωσέ με…

 

(Στους επιβάτες μπροστά της που παρακολουθούν έντρομοι, απορημένοι).

 

Ντέση: Με συγχωρείτε ένα λεπτό παρακαλώ. (Παίρνει το μικρόφωνο). Κυρίες και κύριοι, σας πληροφορούμε ότι η πτήση των έντεκα και μισή για Βρυξέλες ματαιώνεται. Παρακαλούμε τους επιβάτες να επικοινωνήσουν με τις πληροφορίες του αεροδρομίου, ευχαριστώ.

Επιβ.1: Καλά, συγγνώμη, τι χαμός είναι αυτός; Ούτε η Δευτέρα Παρουσία να ήτανε…. Χάνονται πιλότοι, εξαφανίζονται επιβάτες…. Τι συστήματα είναι αυτά;… Τι άλλο θα ακούσουμε;

Ντέση: Σας το είπα, κύριοι, ότι δεν ευθύνεται η European, είναι μια τόσο περίεργη, πρωτόγνωρη αναστάτωση. Στα δέκα χρόνια που δουλεύω αεροσυνοδός εδάφους, πρώτη φορά μου συμβαίνει τέτοιος χαλασμός. Σας παρακαλώ, δείξτε λίγη κατανόηση, θα βρούμε άκρη.

Επιβ.2: Κι αν δε βρούμε άκρη, τι κάνουμε; Χριστούγεννα στο μέτωπο; Τηλέφωνο στην οικογένεια με ευχές και φιλάκια από τον μπαμπά; Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά κυρία μου… είναι σοβαρά πράγματα αυτά;

 

(Χτυπάει το τηλέφωνο της Ντέση).

 

Ντέση: Παρακαλώ…. Ναι, κ. Προϊστάμενε…. Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, μη μου το κάνετε αυτό. Στις λίστες αναμονής, είναι σα να με στέλνετε στο σφαγείο. Θα με φάνε ζωντανή… δεν θα το αντέξω…. Καλά, θα δω τι θα κάνω…. Ευχαριστώ.

 

(Με πόνο και αγανάκτηση προς τον ουρανό)

 

Θεέ μου, τι κόλαση είναι αυτή; Από το πρωί όλα στραβά πηγαίνουν. Είναι γιορτές, παραμονές Χριστουγέννων, και είμαι τόσο δυστυχισμένη…. Κάνε κάτι Κύριε να φτάσω ως το τέλος της βάρδιας μου… κοντεύω να τρελαθώ!

 

(Αυλαία – φώτα)

 

ΠΡΑΞΗ 2Η

Ντέση φεύγει από το αεροδρόμιο με την καμπαρτίνα στο χέρι, τσάντα κρεμαστή, στολή, αν υπάρχει, ταγιεράκι, κουρασμένη, αναμαλλιασμένη. Στέκεται στη σκηνή και ανασαίνει βαθιά. Βγάζει το κινητό της και τηλεφωνεί στους γονείς της. Κανένας δεν απαντά. Παραξενεύεται. Ξαναπροσπαθεί. Τη συναντά μια φίλη της).

 

Καίτη: Βρε, βρε σαν τα χιόνια…. Ντέση μου τι κάνεις; Πόσο καιρό έχω να σε δω…. Χαθήκαμε!

Ντέση: Καίτη μου, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! Α, τι καλή που είσαι!.... Αλλά μ’ αυτό το χάλι που ’χω, ούτε να χαρώ δεν μπορώ…

Καίτη: Γιατί, τι έγινε, τι σου συμβαίνει; (την κοιτάζει). Καλέ, εσύ είσαι χάλια, έτοιμη να καταρρεύσεις. Τι έχεις, τι έπαθες…; Κάθισε λίγο εδώ να τα πούμε, να συνέλθεις.

Ντέση: Από πού ν’ αρχίσω, Καίτη μου. Τι μέρα ήταν αυτή; Δέκα χρόνια στα αεροδρόμια, πρώτη φορά είδα τέτοια κόλαση. Κυριολεκτικά, είδα την κόλαση με τα ίδια μου τα μάτια…. Τι κακό ήταν αυτό; Και να δεις που όλο το πρωί είχα ένα κακό προαίσθημα…. Με το που μπαίνω στο αεροδρόμιο, ένας χαμός. Κόσμος, φωνές, βαλίτσες στοίβες, βουνά. Πηγαίνω στο γκισέ, ουρές χιλιόμετρα και όλοι τους εξαγριωμένοι και απειλητικοί.

Καίτη: Μα καλά, τι συνέβηκε;

Ντέση: Κανένας δεν ξέρει ακόμα, κανένας δεν κατάλαβε τίποτα. Και τώρα, που έφυγα, ακόμα χαλασμός γίνεται και κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει το παραμικρό. Από την πτήση των 12 έλειπε ο πιλότος. Άφαντος… πουθενά. Ούτε σπίτι του, ούτε στο αεροδρόμιο. Πάει αυτή η πτήση, καθυστέρηση. Όμως και από την πτήση των 11 και μισή, που υποτίθεται ότι είχε κλείσει, ξαφνικά εξαφανίστηκαν τρεις επιβάτες. Πουθενά κι αυτοί, άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Πού να φύγει το αεροπλάνο με τρεις επιβάτες εξαφανισμένους…; Φοβάται ο κόσμος… σου λέει τι έγινε…. Εκεί κι αυτό. Άλλη καθυστέρηση, πίσω όλοι στο αεροδρόμιο. Μετά ακυρώσεις, ματαιώσεις.

Καίτη: Τι λες, βρε παιδί μου, τι είναι όλ’ αυτά…;

Ντέση: Και δε σου είπα τίποτα ακόμα. Από το Παρίσι ο Γάλλος πιλότος δηλώνει ότι του λείπουν δύο επιβάτες. Μιλάει για λάθος καταμέτρηση, φοβάται για τρομοκρατική επίθεση…. Ο πύργος ελέγχου του λέει γύρνα πίσω αμέσως στο Παρίσι. Άλλο αυτό, ακύρωση της πτήσης… Η Pan-Am δηλώνει εξαφάνιση τριών επιβατών της από το Transit. Καθηλώνεται κι αυτή κάτω. Η πτήση για Αμερική ματαιώνεται. Η Λουφτχάνσα μας στέλνει σήμα και δηλώνει απώλεια πληρώματος. Δε βρίσκουν μια αεροσυνοδό. Φοβούνται ατύχημα και επιστρέφουν Φρανκφούρτη. Ήρθε ο υπουργός, ήρθε ο εισαγγελέας. Άστα, κόλαση σου λέω, παιδί μου. Πέφτουν και οι καλοί σου οι δημοσιογράφοι, που φυτρώνουν παντού σα μαϊντανός, και ήρθε κι έδεσε το σιρόπι….

(Πιάνει το κεφάλι της με απόγνωση, φοβισμένη).

Τα ‘χω χαμένα, Καίτη. Γιατί συμβαίνουν όλ’ αυτά, τι σημαίνουν όλ’ αυτά… γιατί σήμερα, γιατί όλα μαζί; (Σιωπή) Ξέρεις, έχω ένα κακό προαίσθημα…

Καίτη: Έλα, Ντέση μου, τι κακό προαίσθημα και κουταμάρες; Είσαι διαλυμένη, έχεις υπερκόπωση και ένα κεφάλι καζάνι, αυτό έχεις. Να πας να ξεκουραστείς. Σου τύχανε πολλά και μαζεμένα σήμερα. Άντε να ξεμπλοκάρει το μυαλό σου, να κοιμηθείς 12 ώρες, και θα δεις, το πρωί όλα θα έχουν ξεκαθαρίσει και θα ’ναι όπως πριν και ακόμα καλύτερα. Περδίκι θα είσαι το πρωί.

Ντέση: Καίτη μου, σ’ ευχαριστώ, αλλά δεν είναι έτσι που τα λες. Πρώτ’ απ’ όλα δεν πάω σπίτι μου. Πηγαίνω για κάτι ψώνια και μετά έχουμε πρόβα στη χορωδία της εκκλησίας για τα κάλαντα την παραμονή το βράδυ. Είναι όμως και κάτι άλλο που με ανησυχεί. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Τηλεφωνώ στο σπίτι, στους δικούς μου. Δεν το σηκώνει κανείς. Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί. Δεν φεύγουν από το σπίτι για κανένα λόγο. Να πάνε πού δύο άρρωστοι άνθρωποι…; Πώς το εξηγείς αυτό;

Καίτη: Μα τι βάζεις με το άρρωστο μυαλό σου; Κοιμούνται οι άνθρωποι… τους πήρε ο ύπνος… Καλά ε… τώρα όλα στραβά τα βλέπεις…. Άσε τις χορωδίες και πήγαινε να ξεκουραστείς, γιατί βλέπω να σε τρέχουμε βραδιάτικα.

Ντέση: Δεν είναι έτσι που τα λες. Μακάρι να ’ταν έτσι… Εμένα όλ’ αυτά, άλλα μου λένε. Οι εξαφανίσεις απ’ όλο τον κόσμο…. Δύο εδώ… τρεις εκεί… ένας εκεί… οι γονείς μου που δεν απαντούν στο τηλέφωνο… δεν μπορεί να ξεκολλήσει το μυαλό μου απ’ αυτό!...

Καίτη: Αυτό; Ποιο αυτό;

Ντέση: (Την κοιτάζει παράξενα, εξεταστικά…) Άσε, καλή μου, μη σε φορτώνω κι εσένα με τα δικά μου. Θα πάω για λίγα ψώνια και θα συνεχίσω. Σ’ ευχαριστώ…. Πόσο χάρηκα που σε είδα… Καίτη μου… (χαιρετιούνται).

Καίτη: Να μη χαθούμε πάλι, ε; ΄Αντε, ξεκουράσου εσύ, και όλα θα πάνε καλά.

 

(Φεύγει, η Ντέση μένει μόνη στη σκηνή).

 

Ντέση: Θεέ μου, γιατί όλ’ αυτά σήμερα; … Γιατί δε φεύγει το μυαλό μου απ’ αυτή τη σκέψη; Είναι αλήθεια; Μπορεί να είναι αλήθεια; … Α, μια στιγμή, ο Χάρης, πώς δεν το σκέφτηκα; Θα πάρω το Χάρη στο κινητό. Α, Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου γι’ αυτή Σου τη βοήθεια. (Σχηματίζει το νούμερο του Χάρη). Έλα, Χάρη μου, απάντησέ μου, πιάσε το τηλέφωνο… Η κλήση σας προωθείται…. Χαρήκαμε! Ούτε ο Χάρης… αλλά αυτό μπορεί να μη σημαίνει τίποτα! Το ’χει κλειστό. Δε βοηθάει ο Χάρης. Άλλωστε, ποιος μου λέει ότι ο Χάρης είναι έτοιμος να φύγει… να πάει επάνω; Οι γονείς μου όμως; Αυτά είναι τα ωραία…. Τώρα τι κάνουμε…; Ταξί… ταξί!

 

(Αυλαία – Φώτα)

 

ΠΡΑΞΗ 3Η

(Καρέκλες σε 2-3 σειρές. Παιδιά – νέοι, χορωδία, κουβεντιάζουν, πειράζονται, περιμένουν ν’ αρχίσουν).

Α. Παιδιά, με συγχωρείτε, είναι σίγουρο ότι έχουμε πρόβα σήμερα; Μήπως κάνω λάθος; Γιατί είμαστε τόση ώρα εδώ … και δε βλέπω να ‘ρχεται κανείς.

Β. Είναι σίγουρο. Το  ’χουμε  πει εδώ και μέρες.

Α. Έχουν ειδοποιηθεί όλοι;

Β. Όλα είναι εντάξει.

Α. Τότε γιατί δεν έχει εμφανιστεί κανένας; Ούτε αρμόνιο, ούτε μαέστρος, ούτε όλα τα παιδιά.

Γ. Θα ‘χει κίνηση στο δρόμο. Δεν είδες έξω τι γίνεται, χαμός!

Δ. Ή ίσως έγινε η Δευτέρα Παρουσία, η αρπαγή της εκκλησίας στον Ουρανό…

Β. Αρπαγή κι εσύ έμεινες πίσω; Δεν το πιστεύω (ειρωνικά). Κάποιο λάθος έκαναν οι άγγελοι την ώρα που μάζευαν τους πιστούς…. (Γελάνε). (Εκείνη τη στιγμή μπαίνει η Ντέση αργοπορημένη, με τσάντες από ψώνια. Έχει κούραση στο πρόσωπό της, είναι φοβισμένη).

Ντέση: Παιδιά, με συγχωρείτε που άργησα, έχει φοβερή κίνηση στους δρόμους… Μα καλά, πού είναι οι υπόλοιποι;

Δ.  Αυτήν την κουβέντα είχαμε τώρα πριν έρθεις. Να σκεφτείς ότι πέρασε από το μυαλό μας ότι έγινε η Αρπαγή των πιστών και ήρθε ο Κύριος και πήρε τους δικούς Του….

Ντέση: Τι είπατε; Αρπαγή; Γιατί; Πώς πέρασε αυτό απ’ το μυαλό σας; (φοβισμένη, ξαφνιασμένη). Γιατί το σκεφτήκατε αυτό;

Β.  Δεν βλέπεις, ούτε μαέστρος, ούτε αρμόνιο, ούτε τα παιδιά. (Ειρωνικά). Οι καλύτεροι λείπουν…. Αλλά μόλις σε είδαμε να μπαίνεις, ήρθε η καρδιά μας στη θέση της. Η Ντέση αποκλείεται να μείνει απ’ έξω…

Ντέση: (με αγωνία) Ο Χάρης; Δεν φάνηκε; Δεν πήρε τηλέφωνο; Προσπαθώ από ώρα να επικοινωνήσω μαζί του. Δεν απαντάει. (Σκεπάζει το πρόσωπο με τα χέρια και κλαίει).

Α. Ντέση, τι κάνεις; Κλαις; Ένα αστείο είπαμε! (Προς τα παιδιά) Τα ’χουμε πει χιλιάδες φορές για τα αστεία. Να τα τώρα! (πλησιάζει την Ντέση).

Ντέση: (προς όλους) Όχι, δεν κλαίω γι’ αυτά που είπατε. Δεν με πείραξαν τ’ αστεία (σκουπίζει τα μάτια της). Είχα μια πολύ δύσκολη μέρα σήμερα στο αεροδρόμιο. Όλο καθυστερήσεις, ακυρώσεις, ματαιώσεις, εκνευρισμός. Επιβάτες να εξαφανίζονται, μέλη πληρωμάτων να εξαφανίζονται… (κλαίει). Μετά παίρνω τηλέφωνο τους γονείς μου, δεν απαντά κανένας στο σπίτι. Πουθενά δεν πηγαίνουν οι γονείς μου, δεν βγαίνουν απ’ το σπίτι… εκτός και αν… τι να πω; Παίρνω μετά το Χάρη, ούτε το Χάρη βρίσκω (κλαίει).

 

(Έχει μπει και στέκει στην πόρτα ο Χάρης πριν λίγα λεπτά και ακούει τη συνομιλία).

Χάρης: Εδώ είναι ο Χάρης!

Ντέση: (στρέφει προς το μέρος του, ξαφνιάζεται… δε δείχνει να χαίρεται που τον βλέπει… τρέχει προς το μέρος του). Χάρη μου… είσαι εδώ;… γιατί εσύ είσαι εδώ;

Χάρης: Γιατί ήρθα, απλό είναι. Είχαμε πρόβα και ήρθα! Συγγνώμη παιδιά που άργησα, έξω γίνεται πανικός. Καλά, πού είναι οι υπόλοιποι; Δεν είχαμε πρόβα;  

 

Ντέση κοιτάζει σα χαμένη, πλησιάζει το Χάρη. Και οι δυο απομακρύνονται, έρχονται προς τα εμπρός στη σκηνή. Τα παιδιά πίσω τους μιλάνε, πειράζονται χωρίς φωνή).

 

Χάρης: Ντέση, γιατί είσαι έτσι χάλια; Δεν καταλαβαίνω…. Ξαφνιάστηκες που με είδες; Δεν με περίμενες, δε χάρηκες που ήρθα; …. Σαν να ’θελες να μην είχα έρθει…κατάλαβα καλά; Τι να πώ; Σαν θα ήθελες να έχω εξαφανιστεί και εγώ;… Έτσι είναι; Γιατί ξαφνιάστηκες έτσι που με είδες; Ταράχτηκες μου φάνηκε ή κάνω λάθος;

Ντέση: Χάρη μου, τι είναι αυτά που λες; Πώς σου περνάει από το μυαλό κάτι τέτοιο; Όμως πες μου, με όλα αυτά που έγιναν σήμερα, πού πάει το μυαλό σου; Πώς τα εξηγείς;

Χάρης: Πού να πάει το μυαλό μου, τι έγινε το τόσο κοσμογονικό που δεν έχει ξαναγίνει; Εγώ γιατί δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο;

Ντέση: (Κλαίει). Αυτό είναι χειρότερο, Χάρη μου. Δεν πάει καν το μυαλό σου;… (τον κοιτάζει με μακριά σιωπή). Χάρη, μου φαίνεται ότι είναι αλήθεια. Δε μου το βγάζει κανείς από το μυαλό… Τελείωσαν όλα, Χάρη μου, όλα επάνω στη γη. Ήρθε ο Ιησούς Χριστός και πήρε τους δικούς Του, έκλεισε η πόρτα… Δεν κάνω λάθος, Χάρη μου… Ο πιλότος της Air France που δε φάνηκε ποτέ, οι επιβάτες που εξαφανίστηκαν, τα μέλη του πληρώματος, τα παιδιά της χορωδίας, το αρμόνιο, οι γονείς μου… (στο μεταξύ  ένα – ένα τα παιδιά της χορωδίας πίσω τους χαιρετιούνται και φεύγουν).

Χάρης: Ντέση, τι είναι αυτά που σκέφτεσαι; Ξέρεις τι λες; Είναι τρομερά αυτά τα ενδεχόμενα… είναι τρομερά… σταματάει το μυαλό μου….

Ντέση: Θέλεις μια απόδειξη; Ορίστε. (Καλεί τους δικούς της). Δεν απαντούν. Πού είναι δύο άρρωστοι άνθρωποι και η θεία η Μέλπω, που θα ήταν μαζί τους από το μεσημέρι; Θέλεις άλλη; Άκου: ο κυρ Βασίλης, ο διάκονος της εκκλησίας, δεν απαντάει. Η Μαρία … ο Οδυσσέας… δεν απαντάνε… Πάρε Χάρη μου τηλέφωνα. Παίρνε κι εσύ…. Να παίρνω κι εγώ. Τι ωφελεί;… έτσι είναι… είναι πολύ αργά πια! Είμαι σίγουρη πως άμα πάμε στο σπίτι μου, θα το βρούμε συγυρισμένο και άδειο…. Ακριβώς όπως το αφήνεις για να βγεις έξω τρέχοντας «Εις απάντησιν Αυτού εις τον αέρα». Τα θυμάσαι αυτά τα εδάφια;

(Κλαίνε και οι δύο).

Χάρης: Θυμάμαι τον πατέρα σου, που έλεγε συχνά από τον άμβωνα όταν κήρυττε «υπάρχουν τα πριν-δάκρυα και τα μετά-δάκρυα» και μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση. Είναι τόσο αληθινό. Τώρα τα δάκρυά μας είναι τα «μετά-δάκρυα» και δεν ωφελούν κανέναν. Τώρα είναι πολύ αργά… πολύ αργά…

Ντέση: Χάρη, θέλεις και την τελευταία απόδειξη; (Βγάζει το DVD από την τσάντα. Το δείχνει να το βλέπει και ο κόσμος).

Χάρης: Τι είναι αυτό;

Ντέση: «Η Κόλαση» του αγαπημένου μας Ιταλού σκηνοθέτη. Το νοίκιασα να το δούμε το Σαββατοκύριακο που θα ’μαστε μαζί.

Χάρης: Τώρα πια δε χρειάζεται να το δούμε. Αρχίσαμε να το βλέπουμε και τρέμω στην ιδέα ότι αυτό θα βλέπουμε και θα ζούμε αιώνια… την κόλαση που διαλέξαμε και προκρίναμε στη ζωή μας (ο ένας κλαίει στην αγκαλιά του άλλου).

 

(Πέφτουν τα φώτα  - Αυλαία).

 

ΠΡΑΞΗ 3Η

 

(Ξανανάβουν τα φώτα και στη σκηνή είναι πάλι ο Χάρης και η Ντέση. Μιλούν στο ακροατήριο).

 

Χάρης: (Ευδιάθετος) Αγαπητοί μας φίλοι, από δική μου παράλειψη λησμονήσαμε να σας πούμε ότι στο θεατρικό που μόλις είδατε σας αφηγηθήκαμε ένα τρομερό, εφιαλτικό όνειρο που είδε πρόσφατα η Ντέση στον ύπνο της ένα βράδυ, πριν 6 μήνες περίπου.

Ντέση: Ήταν μια φρικτή και σκληρή μαζί εμπειρία, που όμως ευχαρίστησα και ευχαριστώ κάθε μέρα τον Κύριο γι’ αυτό. Άλλαξε το δρόμο της ζωής μας οριστικά. Μας επηρέασε βαθιά, άγγιξε την ψυχή μας. Αμέσως μόλις το είδα, έτρεξα και το είπα στον αρραβωνιαστικό μου, το Χάρη.

Χάρης: Συγκλονίστηκα, κατάλαβα τι ήθελε ο Κύριος να μας πει και αμέσως πέσαμε στα γόνατα και κλάψαμε. Είχαμε ξεφύγει από  το δρόμο του Ιησού Χριστού. Είχαμε φαρδύνει το δρόμο. Είχαν μπει στη ζωή μας τα είδωλα, ο κόσμος, οι επιθυμίες της σάρκας.

Ντέση: Μετανοήσαμε, κλάψαμε, επιστρέψαμε στον Κύριό μας και Θεό μας με όλη μας την καρδιά και ο Κύριος μας δέχθηκε.

Χάρης: Αγγίξαμε την κόλαση, την αιώνια κόλαση. Είναι ανατριχιαστικό. Τώρα ευχαριστούμε νύχτα-μέρα τον Κύριό μας για την καλοσύνη Του, τη χάρη Του, την υπομονή Του.

Ντέση: Αμέσως τρέξαμε στα παιδιά της χορωδίας, που είδατε. Τους τα είπαμε όλα, με κάθε λεπτομέρεια, και πέσαμε όλοι μαζί στα γόνατα και κλάψαμε και μετανοήσαμε. Τότε ήταν που έβαλε ο Θεός στην καρδιά μας να φτιάξουμε αυτό το θεατρικό, ε, Χάρη μου;

Χάρης: Για να αγγίξει και τις δικές σας τις καρδιές σήμερα, τώρα, να σας οδηγήσει σε μετάνοια, σε διόρθωση της πορείας, γιατί  αύριο ίσως θα είναι πολύ αργά, αιώνια αργά…

 

(Αυλαία – Υπόκλιση)

 

 

 

Πνευματικά