Πεφυσιωμένοι

 

"Και σεις είσθε πεφυσιωμένοι και δεν επενθήσατε μάλλον"

(Α΄ Κορινθίους ε΄ 2)

Είναι φορές που γίνεται και αυτό. Η προσοχή μας στρέφεται σε πράγματα χωρίς βάρος, κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπουμε την πραγματικότητα. Αν την βλέπαμε, αν απορρίπταμε τον στρουθοκαμηλισμό μας, τότε δεν θα είχαμε το θάρρος για καύχηση, για διηγήσεις, για νίκες που μάλλον ήττες είναι, για κατακτήσεις που είναι Βατερλώ.

 

Πόσο πρέπει να φοβόμαστε αυτή την κατάσταση. Είναι τιμωρία από Θεού.

• Μια ματιά να ρίχναμε γύρω μας, μια ματιά αγάπης, θα βλέπαμε πάρα πολλά και θα καταπίναμε τη γλώσσα μας.

• Θα βλέπαμε κάποιες ψυχές ψυχραμένες από τον δικό μας υπολογισμό να παρασύρονται από το ρεύμα, να χάνονται στο σκοτάδι.

• Θα βλέπαμε κάποιες ψυχές σκανδαλισμένες, που ίσως φταίνε, ίσως είναι αδύναμες, μα πολύτιμες ενώπιον του Κυρίου, να καταποντίζονται, ενώ εμείς παίρνουμε τα αναψυκτικά μας.

Θα βλέπαμε. Αλλά δεν βλέπουμε, διότι "είσθε πεφυσιωμένοι…".

 

 

 

"Οι σπείροντες μετά δακρύων, εν αγαλλιάσει θέλουσι θερίσει"

(Ψαλμός ρκς΄ 5)

 

 

Μας κάλεσε ο Κύριος, αδελφέ μου, και μας έστειλε στον αγρό Του να δουλέψουμε γι' Αυτόν. Να σπείρουμε και να θερίσουμε και να συναχθεί ο καρπός στις αποθήκες της χάρης Του. Καρπός που να μένει.

 

Και κοιτάζουμε τη σοδειά μας. Και μετράμε τα κόπια μας. Και ρωτάμε και ξαναρωτάμε τον εαυτό μας. Ίσως ρωτάμε και τον Θεό. Γιατί Κύριε; Καλό σπόρο σπείραμε από το Ευαγγέλιό Σου. Χρησιμοποιήσαμε τα εργαλεία των χαρισμάτων Σου. Μα κοίταξε που η σοδειά μας είναι τόσο μικρή. Σχεδόν τίποτα. Δεν έχει μέσα της το μεγαλείο της δικής Σου παρουσίας. Δεν φανερώνει τη δική Σου ενέργεια, όπως τότε με τα εκατόν πενήντα τρία ψάρια. Δεν είναι ούτε τριάντα, ούτε εξήντα και βέβαια ούτε εκατό. Γιατί Κύριε; Και μας απαντάς. Και έχεις τόσο δίκιο. Δεν κλάψατε, μας λες. Δεν χύσατε δάκρυα τον καιρό της σποράς.  Μα και τώρα ακόμη που τα αποτελέσματα είναι φτωχά, ίσως και ανύπαρκτα, ξεγελάμε τον εαυτό μας. Ούτε ένας αναστεναγμός. Ναι, έχεις δίκιο Κύριε.

Την ψυχή που πέρασε το σκαλοπάτι της Εκκλησίας δεν την είδαμε σαν μια ψυχή που πληρώθηκε με το αίμα του Χριστού. Δεν κλάψαμε γι' αυτήν. Της μιλήσαμε για Σένα και την αφήσαμε. Ψυχροί, μάρμαρα ανάλγητα. Και η ψυχή χάθηκε.

Το φυλλάδιο που δώσαμε, δεν το συνοδέψαμε ούτε το νοτίσαμε με κάποιο δάκρυ. Μόλις το δώσαμε το ξεχάσαμε αμέσως. Και κείνο μας ξέχασε. Και το πήρε ο άνεμος και χάθηκε.

Δεν ξέρουμε, Κύριε, τι θα πει αγαλλίαση. Τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια. Και όμως, πάντα υπάρχει καιρός. Σ' ευχαριστούμε που μας δείχνεις τον μόνο δρόμο.

 

 

 

Πνευματικά