Είδα στ’ αλήθεια την ειρήνη με τα μάτια μου

 

Είδα χτες βράδυ την ειρήνη με τα μάτια μου.

Στο μαιευτήριο, στο ΗΡΑ – Μεσογείων.

Ήταν αγόρι και το λέγαν και καμάρωναν

κι είχε θηλάσει,

είχε ρευτεί και χαμογέλαγε.

Κι έφυγε μόλις στα δύο πρώτ’ εικοσιτετράωρα

κι έμειναν μόνοι,

δεν είχαν πια παιδάκι...

Κι αντί να κλαίνε και πικρόλογα να στάζουνε

είχαν γαλήνη και ειρήνη..., πώς το ζήλεψα.

Ήταν εκεί στο σπιτικό τους η ειρήνη Του.

Όχι, δε στέρξαν στις σκυφτές τις παρηγόριες μας.

Είπαν, Αυτός που έδωκε, Αυτός ήταν που πήρε!

Είδα χτες βράδυ την ειρήνη Του και ντράπηκα

κι είχα μπροστά μου τα παιδάκια τα δικά μου

κι αυτά θηλάσαν

και ρευτήκαν και μεγάλωσαν,

όμως το θαύμα της ειρήνης δεν το είδαν.

Έστρεψα πάνω και Τον ρώτησα κι απόρησα,

απ’ το Σταυρό Σου Κύριε ’γω,

απ’ τη ζωή την άφθονη, το Θαύμα Σου, τι πήρα;

Είδα απόψε την ειρήνη με τα μάτια μου.

Ήταν θηρίο στο κορμί, θεριό στα μπράτσα

κι είχε ένα πρόσωπο φαρδύ, σκαμμένο, αλλά πράο.

Του ’χε κλειδώσει την εξώπορτα απ’ τ’ απόγευμα,

και ούτε ρούχα καθαρά απ’ το μεροκάματο,

ούτε φαγάκι, ούτε νεράκι, ούτε σαπούνι.

Γιατί δεν έστεργε τ’ αγιωτικά ν’ αφήσει

και το Χριστό του αγάπαγε πιότερο από κείνη.

Με τα μουτζούρικα καθόταν στο πλατύσκαλο

και της γλυκόλεγε μ’ αγάπη να τ’ ανοίξει,

μ’ αυτή με πείσμα το ραδιόφωνο δυνάμωνε

με τον Νταλάρα, τη φωνή του για να πνίξει.

Κι έφυγε μόνος κι όλο έψαλλε και γέλαγε

στην εκκλησούλα με τ’ αδέλφια του να σμίξει

μα πώς ντρεπόταν με μουτζούρικα και άπλυτα

τον Κύριό του να σταθεί να ευχαριστήσει!

Είδα απόψε την ειρήνη με τα μάτια μου.

Τον είχε έξω από το σπίτι όλο το βράδυ

κι αυτός τραγούδαγε γλυκά, ύμνους μουρμούριζε

κι είχε αρχίσει λιγουλάκι και ψιχάλιζε...

Είδα κι απόρησα και στάθηκα και πόνεσα,

απ’ τη ζωή Σου Κύριε ’γω,

τι έμαθα, τι έζησα, τι πήρα;

Είδα στο δρόμο την ειρήνη με τα μάτια μου,

με πατερίτσες που τις κράταγε αδέξια

τι είχε το πόδι του στο γύψο και πονούσε

κι είχε ειρήνη και μπορούσε και γελούσε.

Δεν το ’χε σπάσει σε σκαλιά, ούτε στο γήπεδο.

Του το ’χε σπάσει με τα χέρια κάποιος άγριος

που ξεπετάχτηκε απ’ τη ζούγκλα μες στην άσφαλτο,

γιατί του έκλεισε το δρόμο, λέει, με τ’ αμάξι του.

Κι αυτός γελούσε κι όλο χάιδευε το γύψο του.

Είχε ειρήνη κι ας πονούσε.

Οι αστυφύλακες δεν πίστευαν στα λόγια του

πως του ’σπασαν το γόνατο στο δρόμο,

γιατί τον είδαν που ’χε ειρήνη και στραβόγελο.

Κι η γειτονιά, παραξενεύτηκε που τ’ άκουσε,

σταυροκοπήθηκαν, μ’ αυτός χαμογελούσε

και ούτε μήνυση δεν έκαν’ ούτε φώναξε,

αφού ’χε ειρήνη στην καρδιά του, είχε δύναμη.

Είπα να έπαιρνα κι εγώ δυο πατερίτσες

να βγω μια βόλτα

και χωρίς να ’χω το πόδι μου στο γύψο

να δοκιμάσω να δοξάσω τον Αφέντη μου,

να Του γελάσω, να Του πω ευχαριστώ

να καταλάβω απ’  τα τόσα που μου χάρισε

αλήθεια εγώ τι άξιζα, τι πήρα  και τι ζω.

                             Ορέστης Φραγκόπουλος

 

Π.Γ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



                                                                                      

Πνευματικά