Χριστουγεννιάτικες
Αναμνήσεις
Πόση
μοναξιά ένιωθε το βράδυ εκείνο ο μπάρμπα Θωμάς. Ώρα πολλή γύριζε στους δρόμους
της Αθήνας. Βλέπεις, ο καιρός ήταν πολύ καλός ύστερα από την πρωινή βροχούλα
και σαν τα σαλιγκάρια, που βγαίνουνε μετά τη βροχή, βγήκε κι αυτός να κάνει μια
βόλτα. Μια και τι άλλο μπορούσε να κάνει; Μήπως είχε να πάει πουθενά; Μήπως τον
περίμενε καμιά δουλειά; Μπα … τέτοιες σκοτούρες δεν είχε ο μπάρμπα Θωμάς. Μα τι
κόσμος ήταν αυτός στους δρόμους; Το κουρασμένο του θυμητικό δεν θυμότανε μια τέτοια
κοσμοχαλασιά. Θα πεις βέβαια, πως ήτανε παραμονή Χριστούγεννα. Ναι, δε λέω. Μα
αυτό το κακό; Ακουμπισμένος στο ροζιάρικο ραβδί του, χωμένος μες στο παλτό του
που ’χε τα μισά του χρόνια, τυλιγμένος με το κασκόλ του που ’ χε χάσει πια κάθε
χρώμα, γύριζε στους δρόμους όλο το απόγευμα. Δεν πήρε τη συνηθισμένη του στράτα
για τη φτωχογειτονιά, για το σταθμό του τρένου, για το ταβερνάκι, όπως
συνήθιζε, μα βγήκε στους κεντρικούς δρόμους στα μαγαζιά. Κι αυτός δεν ήξερε
γιατί. Καλοντυμένες και γελαστές κυρίες με χαρούμενα παιδάκια μπαινοβγαίνανε
στα μαγαζιά, που λάμπανε σαν παλάτια του παραμυθιού. Πολλές φορές στη φούρια
τους, με τα πακέτα τους, σπρώξανε τον μπάρμπα Θωμά, που του κάκου προσπάθησε να
γελάσει. Σε μια γωνιά, που σταμάτησε να ξανασάνει, κάποιος παίρνοντάς τον για
διακονιάρη του έβαλε στο χέρι ένα χιλιάρικο, λέγοντάς του «καλά Χριστούγεννα».
Μέσα
στον τόσο κόσμο που τον τριγύριζε ένιωθε τόσο μόνος, τόσο μόνος, που νοστάλγησε
την παγωμένη του σοφίτα. Κουρασμένος και πληγωμένος, καταριώμενος τον εαυτό του
για την έμπνευση που είχε να κάνει περίπατο τόσο αργά, γύρισε πια να πλαγιάσει.
Πέρασε από το ταβερνάκι, μα είδε κόσμο πολύ και έφυγε. Όχι, δεν ήθελε απόψε
κόσμο, ανθρώπους. Ήθελε μοναξιά. Ανέβηκε τη σκοτεινή σκάλα με τα τριάντα δύο
σκαλιά και με τα ρούχα του έπεσε στο κρεβάτι του. Το φαί του, από το μεσημέρι
ήταν στο τραπέζι. Μα ούτε το κοίταξε. Η λάμπα του πετρελαίου κάπνιζε, μα δεν
την έσβησε. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί. Μα
τι έπαθε απόψε; Γιατί αυτή η νευρικότητα; Γιατί αυτή η παράξενη μελαγχολία;
Όχι, δεν ήταν από τη φτώχεια ούτε από την κακομοιριά του. Πράγματα συνηθισμένα
γι’ αυτόν. Τόσα χρόνια… Μα κάτι άλλο. Σαν είδε και απόειδε πως δεν κατάφερνε να
το αποδιώξει από τη σκέψη του, το άφησε λεύτερο. Καταλάβαινε πως θα τον
λυπούσε, μα ήταν μια ευχάριστη λύπη. Και κει, στη μικρή σοφίτα, στ’ αχυρένιο
στρώμα, δίπλα στην καπνισμένη λάμπα, ο μπάρμπα Θωμάς έκανε ένα μεγάλο ταξίδι.
Σε μια στιγμή έτρεξε εξήντα χρόνια πίσω. Ένα
δωματιάκι, μικρό, φτωχικό, μα νοικοκυρεμένο και στολισμένο όμορφα. Ένα τραπέζι
στη μέση, με μια φρουτιέρα με πορτοκάλια. Γύρω – γύρω ο πατέρας, η μητέρα,
αυτός και η αδελφούλα του. Ο πατέρας μόλις είχε γυρίσει από την αγορά, γεμάτος
φτωχικά ψώνια. Στη γειτονική φάμπρικα, που δούλευε, του δώσανε κι ένα μικρό
δώρο για τα παιδιά. Ο καημένος ο πατέρας. Τι καλός που ήτανε. Πέθανε από τα
φαρμάκια που του χάρισε ο προκομμένος του.
Τη βραδιά εκείνη λοιπόν, παραμονή Χριστούγεννα σαν κι απόψε, ο πατέρας
είπε στη μητέρα να πάρει τη φρουτιέρα από το τραπέζι και να φέρει τη Γραφή.
Θυμάται δε πως στραβομουτσούνιασε, μα από φόβο δεν είπε τίποτε. Και από τους
προφήτες διάβασε και από το Ευαγγέλιο για τη γέννηση του Χριστού. Όσο διάβαζε ο
πατέρας, τόσο μεγάλωνε το ενδιαφέρον. « Ναι, ο Χριστός μας», είπε γυρίζοντας
στο μικρό Θωμά, «ο Χριστός μας πόσο μας αγάπησε, που να κατέβει από ψηλά και να
γίνει σαν και μας, μέσα στη φτώχεια, να μας σώσει, Θωμά μου. Εσύ τον αγαπάς τον
Χριστό;» του είχε πει… Ναι, ναι τον αγαπώ πάρα πολύ, είχε απαντήσει. Και ύστερα
ο πατέρας με τη μητέρα ψάλλανε έναν ύμνο και κάνανε προσευχή. Σε λίγο φάγανε
αρκετά πλούσια, με πολλά γλυκά.
Την
ώρα εκείνη η λάμπα κατέβηκε λίγο, λες και το έκανε επίτηδες, για να κρύψει
κάποιο δάκρυ του μπάρμπα Θωμά. Γύρισε από την άλλη τη μεριά, μήπως και τον
πάρει ο ύπνος. Μα δε βαριέσαι…
Να,
τώρα βλέπει μια μεγάλη αίθουσα. Φώτα πολλά. Μουσική, γέλια, τραγούδια. Στη μέση
πολλά ζευγάρια χορεύουν. Παρακάτω ένας μεθυσμένος κάνει τα χωρατά του και
γελούν. Και αυτός πια όχι παιδάκι, μα άντρας ψημένος, με πολλά λεφτά. Κάθεται
δίπλα με κείνη. Πάντα ήταν κρύα η σοφίτα, μα στη θύμησή της ρίγησε. Είχε
πεθάνει πια ο καλός πατέρας και η τόσο αγαθή μητέρα. Τους είχε εγκαταλείψει από
τότε που έπιασε μια δεκάρα στα χέρια του. Ήθελε να ζήσει την όμορφη ζωή και
έπεσε στα χέρια εκείνης. Δούλεψε σαν σκυλί, με το ψέμα, με την απάτη, για να
βγάζει λεφτά να της κάνει λούσα, να γυρίζουνε στα κέντρα. Και να τώρα τη βλέπει
πάλι, παραμονή Χριστούγεννα σαν κι απόψε, μισομεθυσμένη, μ’ ένα τσιγάρο στο
στόμα. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ένα βράδυ τον άφησε. Συνηθισμένη ιστορία.
Σκέφτηκε σκοτωμούς. Να τη σκοτώσει και να σκοτωθεί. Μα προτίμησε να το ρίξει
στο κρασί. Ευτυχώς που κάποιος τον λυπήθηκε και τον έβαλε φύλακα στις γραμμές
του τρένου. Για ένα κομμάτι ψωμί.
Μα
πάλι να η πρώτη εικόνα. Ο πατέρας να διαβάζει από την Αγία Γραφή. Όλοι μαζί
ψάλλουνε. Και η φωνή του Πατέρα.
-
Τον αγαπάς τον Χριστό, Θωμά μου;
-
Πολύ, πάρα πολύ…
Την
ώρα κείνη μούγκρισε ο μπάρμπας Θωμάς. Η λάμπα λες και τρόμαξε κι έσβησε. Και
μέσα στο κρύο σ’ εκείνη την κάμαρα όλη τη νύχτα, ο γέρος, σαν σε μονόλογο
έλεγε.
-
Κύριε, Κύριε. Αν έμενα κοντά Σου… Αν έμενα κοντά Σου…
Λυπήσου με. Είμαι τόσο μόνος…. Είμαι τόσο δυστυχισμένος…