«Και λαβόντες
εγόγγυζον…»
«Διότι η
βασιλεία των ουρανών είναι ομοία με άνθρωπον οικοδεσπότην, όστις εξήλθεν άμα τω πρωΐ διά να μισθώση εργάτας διά τον αμπελώνα αυτού.
Αφού δε συνεφώνησε μετά των εργατών προς εν δηνάριον την ημέραν, απέστειλεν αυτούς εις τον αμπελώνα αυτού. Και εξελθών περί
την τρίτην ώραν, είδεν άλλους ισταμένους εν τη αγορά αργούς, και προς
εκείνους είπεν· Υπάγετε και σεις εις τον αμπελώνα,
και ό,τι είναι δίκαιον θέλω σας δώσει. Και εκείνοι υπήγον.
Πάλιν εξελθών περί την έκτην και ενάτην
ώραν, έκαμεν ωσαύτως. Περί
δε την ενδεκάτην ώραν
εξελθών εύρεν άλλους ισταμένους αργούς, και λέγει
προς αυτούς· Διά τι ίστασθε εδώ όλην
την ημέραν αργοί; Λέγουσι
προς αυτόν· Διότι ουδείς εμίσθωσεν ημάς. Λέγει προς
αυτούς· Υπάγετε και σεις εις τον αμπελώνα, και ό,τι είναι δίκαιον θέλετε λάβει.
Αφού δε έγινεν εσπέρα, λέγει ο κύριος του αμπελώνος προς τον επίτροπον
αυτού· Κάλεσον τους εργάτας
και απόδος εις αυτούς τον μισθόν,
αρχίσας από των εσχάτων έως των πρώτων. Και ελθόντες
οι περί την ενδεκάτην ώραν μισθωθέντες, έλαβον ανά εν δηνάριον. Ελθόντες δε οι πρώτοι, ενόμισαν
ότι θέλουσι λάβει πλειότερα,
έλαβον όμως και αυτοί ανά εν δηνάριον.
Και λαβόντες εγόγγυζον κατά
του οικοδεσπότου, λέγοντες ότι, Ούτοι οι έσχατοι μίαν
ώραν έκαμον, και έκαμες
αυτούς ίσους με ημάς, οίτινες εβαστάσαμεν
το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα. Ο δε αποκριθείς είπε προς ένα εξ αυτών·
Φίλε, δεν σε αδικώ· δεν συνεφώνησας εν δηνάριον μετ' εμού; λάβε το σον
και ύπαγε· θέλω δε να δώσω εις τούτον τον έσχατον ως και εις σε. Η δεν έχω την εξουσίαν
να κάμω ό,τι θέλω εις τα εμά; ή ο οφθαλμός σου είναι
πονηρός διότι εγώ είμαι αγαθός; Ούτω θέλουσιν είσθαι οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι· διότι
πολλοί είναι οι κεκλημένοι, ολίγοι δε οι εκλεκτοί.» (Ματθαίος
κ΄ 1-16)
Ο Ιησούς
Χριστός στην επίγεια διακονία Του μιλούσε πάντα με παραβολές. Το έκανε αυτό για
δύο κυρίως λόγους. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να εξηγήσεις κάτι ουράνιο, κάτι
πνευματικό, π.χ. τη Βασιλεία των Ουρανών, από το να χρησιμοποιήσεις ένα
χειροπιαστό παράδειγμα από την καθημερινή ζωή; Υπάρχει καλύτερος τρόπος για να
θυμάται κανείς μια πνευματική αλήθεια, από μια καθημερινή ιστορία; Σίγουρα όχι.
Αυτές οι καθημερινές ιστορίες, οι οποίες ήταν αναπόσπαστο κομμάτι τής ζωής των
μαθητών τού Κυρίου και τις οποίες ζούμε και εμείς σήμερα, μπορούν να γίνουν
κατανοητές από όλους και συνάμα να μην τις ξεχνάμε ποτέ. Δεν χρειάζεται να
έχεις διαβάσει βιβλία ή να έχεις παρακολουθήσει διαλέξεις, για να καταλάβεις τα
λόγια τού Χριστού εδώ στη γη, ούτε χρειάζεται να έχεις φοβερή μνήμη, για να τα
θυμάσαι ανά πάσα στιγμή!
Από την άλλη,
μιλούσε με παραβολές για να προσελκύσει όσους με όλη τους την καρδιά ήθελαν να
ακούσουν τα λόγια Του, να Τον γνωρίσουν σε βάθος. Όπως ακριβώς συμβαίνει με
έναν καθηγητή, ο οποίος, καθώς λύνει μια άσκηση στον πίνακα, αφήνει κάποιους
υπαινιγμούς. Το κάνει αυτό για να ξεχωρίσει τους μαθητές που πραγματικά
ενδιαφέρονται και θέλουν να μάθουν όλες τις πιθανές περιπτώσεις και παραλλαγές
αυτής της άσκησης. Όταν λοιπόν φτάνει το διάλειμμα, οι μαθητές πιάνουν τον
καθηγητή και αρχίζουν να τον ρωτάνε: «Τι εννοούσατε με αυτό που είπατε; Αν τα
δεδομένα ήταν διαφορετικά; Τι θα κάναμε σε αυτήν την περίπτωση;» Τότε ο
καθηγητής χαμογελάει από μέσα του και αρχίζει να εξηγεί στους μαθητές όλα όσα
τον ρωτούν, χωρίς να τον νοιάζει καθόλου αν θα χάσει το διάλειμμά του. Οι
υπόλοιποι, με το που χτυπάει το κουδούνι, βγαίνουν αμέσως έξω, χωρίς να θέλουν
να ακούσουν ούτε λέξη παραπάνω, γιατί δεν θέλουν να καταλάβουν σε βάθος το μάθημα
και να πρωτεύσουν σε αυτό.
Διαβάζουμε στο
Ματθαίο ιγ΄ 14,15: «Και εκπληρούται επ’ αυτών η προφητεία του Ησαΐου η λέγουσα· Με την ακοήν
θέλετε ακούσει και δεν θέλετε εννοήσει, και βλέποντες θέλετε ιδεί και δεν
θέλετε καταλάβει· διότι επαχύνθη η καρδία του λαού
τούτου, και με τα ώτα βαρέως ήκουσαν
και τους οφθαλμούς αυτών έκλεισαν μήποτε ίδωσι με τους οφθαλμούς και ακούσωσι
με τα ώτα και νοήσωσι με
την καρδίαν και επιστρέψωσι,
και ιατρεύσω αυτούς.» Όσοι θελήσουν να δουν καθαρά και να καταλάβουν, ο
Θεός θα τους αποκαλύψει τον εαυτό Του και την αλήθεια για τον εαυτό τους και θα
επιστρέψουν με μετάνοια σε Κείνον και θα γιατρευθούν. Χρειάζεται όμως σε κάθε περίπτωση να είναι
κανείς έτοιμος να δεχτεί την αλήθεια με ταπείνωση και να θελήσει Εκείνον, Κύριο
στη ζωή του.
Μια φορά σε
μια βάπτιση που θα γινόταν, ένας αδελφός είπε λίγα λόγια για το γεγονός αυτό
και τι συμβολίζει μέσα στο Λόγο του Θεού. Λίγο πριν ξεκινήσει η διαδικασία,
ένας νέος, ο οποίος ήταν έτοιμος να βαπτιστεί, τον πλησίασε και του είπε ότι
δεν θα βαπτιζόταν εκείνη την ημέρα. Τότε, ο άνθρωπος τού Θεού απάντησε: «Δεν
γνωρίζω τι κατάλαβαν οι υπόλοιποι από όσα είπαμε, αλλά ξέρω ότι εσύ κατάλαβες!»
Η Βασιλεία του Θεού λοιπόν, για την οποία διαβάζουμε την παραβολή στο Ματθαίο
κ΄ 1-16, είναι για όσους ενδιαφερθούν σοβαρά και την θελήσουν με όλη τους την
καρδιά. Όχι για επιπόλαιους και ευκαιριακούς ακροατές. Οι υπόλοιποι θα πουν: «Να
μια ακόμα ιστορία από τις πολλές που λέει αυτός ο άνθρωπος.»
Έχει πολλά
σημεία αυτή η παραβολή, τα οποία χρήζουν προσοχής. Εκείνο όμως στο οποίο θα
ήθελα να σταθούμε είναι το εδάφιο 11: «Και
λαβόντες εγόγγυζον κατά του
οικοδεσπότου…». Ένα από τα κυριότερα
χαρακτηριστικά όλων μας είναι ο γογγυσμός. Γογγύζουμε όταν μας αδικούν, όταν οι
άλλοι δεν μας συμπεριφέρονται όπως θα
θέλαμε, όταν μας ξεβολεύουν ή μας ταλαιπωρούν, όταν
φέρονται αχάριστα ή εγωιστικά, όταν φέρονται με αγένεια, και τόσα άλλα. Ποιος
δεν θα δικαίωνε τους εργάτες τού αμπελώνα; Εκ πρώτης όψεως είχαν δίκιο.
Δούλεψαν από το πρωί μέχρι το βράδυ και βάσταξαν τον καύσωνα της ημέρας.
Ξέχασαν όμως, όπως και εμείς μαζί τους, τρία πολύ σημαντικά πράγματα. Ευχαριστούμε
τον Θεό που μας τα θυμίζει στη συνέχεια. Το πρώτο είναι ότι όσα συμφώνησαν με
τον οικοδεσπότη, τόσα ακριβώς πήραν, δεν αδικήθηκαν καθόλου. Το δεύτερο είναι
ότι ξέχασαν πού και για ποιον δούλευαν. Δούλευαν στον αγρό τού οικοδεσπότη και
για τον οικοδεσπότη, όχι για τους υπόλοιπους εργάτες τού αμπελώνα. Από κείνον θα έπαιρναν την ανταμοιβή τους, όχι σε σύγκριση με
τη δουλειά των άλλων, αλλά μόνο από τη δική τους δουλειά. Αυτό είχε ως συνέπεια
να συγκρίνουν το έργο τους με τους υπόλοιπους και να πέσουν στην παγίδα της πικρίας
και του εγωισμού. Το τρίτο σημείο που ξέχασαν είναι το ποιος ήταν ο κύριος του
αγρού. Αυτός που τους προσέλαβε και στη συνέχεια τους αντάμειψε ήταν ο οικοδεσπότης
και είχε εξουσία να δώσει στους υπόλοιπους εργάτες κατά την κρίση του. Δεν τον
εμπιστεύτηκαν ως κύριο του αγρού, ως άνθρωπο που είχε την εξουσία αλλά και την
ικανότητα να κρίνει και να δώσει στον κάθε εργάτη κατά την καρδιά του και κατά
την ποιότητα του έργου του.
Το ίδιο
ακριβώς συμβαίνει με τις περισσότερες περιπτώσεις στη ζωή μας. Χωρίς να
θυμηθούμε όλες αυτές τις αλήθειες, αρχίζουμε να γογγύζουμε, είτε στον Κύριο,
είτε στους γύρω μας. Πώς μπορεί όμως κάποιος, ο οποίος γνωρίζει ότι εργάζεται
μόνο για τον Κύριο και από Εκείνον περιμένει την ανταμοιβή του, να περιμένει
αναγνώριση από τους άλλους; Πώς μπορεί κάποιος, που ξέρει ότι τα πάντα είναι
στα χέρια του Κυρίου, ο οποίος είναι παντοδύναμος, πανάγαθος, πάνσοφος,
πανταχού παρών, να γογγύζει για ορισμένους ανθρώπους και καταστάσεις που
έρχονται στη ζωή του; Όλα μα όλα ο Θεός τα επιτρέπει για κάποιο σκοπό. Αλήθεια,
τι είναι αυτό που ο Θεός θέλει από εμάς; Για ποιο λόγο έστειλε το Υιό Του να
πεθάνει πάνω στο σταυρό; Ο πόθος Του είναι να μορφώσει μέσα μας τον Ιησού
Χριστό. Θέλει να ακούμε τη φωνή Του, και να έχει την πρώτη θέση στην καρδιά
μας. Γι’ αυτό το σκοπό εργάζεται ακούραστα μέσα μας, με κάθε τι που επιτρέπει
στη ζωή μας. Με αυτά τα μάτια θέλει και εμείς να βλέπουμε όλα τα γεγονότα στη
ζωή μας, καθώς και όλους τους ανθρώπους γύρω μας, ευχαριστώντας Τον κατά πάντα!
Πρέπει να ψάχνουμε να βρούμε το μάθημα, το οποίο ο Θεός θέλει να μας διδάξει
μέσα από κάθε τι το οποίο μας κάνει να δυσανασχετούμε. Μόνο τότε θα νιώσουμε
πραγματικά ελεύθεροι από βάρη και γογγυσμούς. Μόνο τότε θα Τον χαροποιούμε και
θα Τον χορταίνουμε με τη ζωή μας και τις αντιδράσεις μας. Μόνο τότε θα
αυξάνουμε στο μέτρο και την ηλικία του Ιησού Χριστού!
Γιάννης Πασπαλλής
Ν. Ηράκλειο