Δύο ίδια φουστάνια. Ίδια;

 

-Άσε με, μπαμπά, θέλω να κοιμηθώ κι άλλο!

-Σηκωθείτε, που σας λέω, θα πάμε βόλτα.

Η Ελίζα άνοιξε το ένα μάτι καχύποπτα, ενώ ή Ρόδη γύρισε απ’ την άλλη. Δεν την εντυπωσίαζαν οι βόλτες.

Ο μπαμπάς κάθισε απελπισμένος στην άκρη του κρεβατιού. Δεν ήταν και τόσο επείγον να ξυπνήσουν τα κορίτσια, μια που είχαν αρχίσει οι καλοκαιρινές διακοπές, αλλά κόντευε έντεκα η ώρα και έπρεπε να σηκωθούν κάποια στιγμή. Αλλιώς θα πήγαινε όλο το πρόγραμμά τους πίσω.

Η μαμά έλειπε από το πρωί και η θεία Ευτυχία είχε πάρει άδεια, γι’ αυτό είχε πέσει στον μπαμπά ο δύσκολος ρόλος να πείσει τα δύο κοριτσάκια ότι θ’άξιζε τον κόπο να εγκαταλείψουν το πρωινό τους χουζούρεμα. Όμως χαμογέλασε στον εαυτό του. Θα τα κατάφερναν μια χαρά οι τρεις τους.

Μετά από λίγη ώρα και πολλή προσπάθεια, τα κορίτσια ήταν στην κουζίνα και έτρωγαν το πρωινό τους. Η Ελίζα και η Ρόδη φόρεσαν τα δύο φουστάνια που τους είχε βγάλει η μαμά από την ντουλάπα από το προηγούμενο βράδυ, με λίγη βοήθεια από τον μπαμπά, φυσικά, γιατί ήταν μικρές ακόμα. Για διευκόλυνση, η μαμά τους είχε βγάλει δύο φουστάνια που είχαν το ίδιο ακριβώς σχέδιο.

Για κάποιο λόγο, όλοι είχαν τη συνήθεια να κάνουν στην Ελίζα και στη Ρόδη ακριβώς τα ίδια δώρα, λες και ήταν δίδυμες. Η αλήθεια είναι ότι συνήθως δεν είχαν μεγάλο πρόβλημα να μοιράζουν τα πράγματά τους μεταξύ τους. Η Ρόδη έπαιρνε τα μπλε και η Ελίζα τα κόκκινα. Συνήθως λέω, βέβαια, γιατί καμιά φορά τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο τους κάποιο αντικείμενο τόσο πολύτιμο, που άξιζε για χάρη του να ξεσπάσουν επικοί καβγάδες. Τέλος πάντων, στο θέμα των ρούχων ίσως δεν ήταν ό,τι πιο έξυπνο να τους δίνουν ολόιδια ρούχα, αλλά πάντως το είχαν συνηθίσει και τους άρεσε.

Φόρεσαν λοιπόν τα φουστάνια, που ήταν κόκκινα καρώ με μικρά μπλε λουλουδάκια στο γιακά, κοιτάχτηκαν στον καθρέφτη, κοίταξαν η μία την άλλη και, κατευχαριστημένες, πήραν η κάθε μία από ένα χέρι του μπαμπά και βγήκαν για τη βόλτα.

Η βόλτα στην ουσία ήταν ένα πέρασμα από διάφορες δουλειές του μπαμπά, όπως από το φωτοτυπάδικο, την τράπεζα, το ταχυδρομείο και τέτοια. Όπου πήγαιναν, και ιδιαίτερα αν συναντούσαν κάποιον γνωστό, ο μπαμπάς τον χαιρετούσε όλο περηφάνια. Οι συζητήσεις πήγαιναν κάπως έτσι:

-Καλημέρα, τι κάνετε;

-Εδώ, βγήκαμε βόλτα με τις κοπέλες, έλεγε ο μπαμπάς, για να τις κάνει να αισθανθούν λίγο πιο μεγάλες και σημαντικές. Οι «κοπέλες» μαζεύονταν προς τα πίσω από ντροπαλοσύνη, αλλά και επειδή λόγω εμπειρίας ήξεραν τι επρόκειτο να ακολουθήσει.

-Α, τι ωραία! Πω πω, τι όμορφα κορίτσια… Και τι ωραία φουστανάκια! Εδώ ο τυχερός συνομιλητής του μπαμπά έριχνε μια-δυο μπερδεμένες ματιές στα εν λόγω φουστάνια, αλλά βλέποντας το λαμπερό χαμόγελο του μπαμπά, αποφάσιζε πως σίγουρα εκείνος κάτι παραπάνω θα ήξερε για τα παιδιά του, και συνέχιζε.

-Σε ποια τάξη είσαι, χρυσό μου; Αυτό στην Ελίζα πάντα πήγαινε πρώτα, ως πιο μεγάλη και θαρρετή.

Η Ελίζα αναστέναζε λιγάκι, πρώτον γιατί ήξερε ότι ο άλλος ούτε που θα άκουγε την απάντησή της, δεύτερον γιατί είχε βαρεθεί να λέει όλη την ώρα τι τάξη πάει και τρίτον γιατί ήταν λίγο ερώτηση-παγίδα, αφού το σχολείο είχε τελειώσει.

-Στη Δευτέρα, είπε τελικά, διαλέγοντας την τάξη της ερχόμενης χρονιάς, μια που βιαζόταν κιόλας να μεγαλώσει.

-Μπράβο, μπράβο! Κι εσύ;

Η Ρόδη ντρεπόταν πολύ τους ξένους, αλλά αφού τα είχε καταφέρει τόσο θαυμάσια η αδερφή της, αποφάσιζε πως είχε κι αυτή ελπίδες.

-Στο νήπιο, έλεγε με θάρρος. Η αλήθεια ήταν ότι είχε μόλις τελειώσει το νήπιο και από του χρόνου θα πήγαινε στο σχολείο, αλλά ούτε κι η ίδια το είχε καλοκαταλάβει ακόμα.

-Μπράβο, μπράβο! Έλεγε ο άλλος πρωτότυπα, και συνέχιζε το δρόμο του.

 

Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που τους πόνεσαν τα πόδια και γουργούρισε το στομάχι τους, παρά το παγωτό που τις κέρασε ο μπαμπάς. Θα’χε γυρίσει κι η μαμά τώρα, φτάνει η βόλτα.

Μπήκαν λοιπόν στο σπίτι, ο μπαμπάς λάμποντας από περηφάνια και τα κορίτσια όχι και τόσο λάμποντας, γιατί είχαν κουραστεί λιγάκι, αλλά πάντως κι αυτά καταχαρούμενα. Δεν τον είχαν και πολύ συχνά τον μπαμπά τους όλο δικό τους και έτσι σήμερα ήταν σα γιορτή. Η μαμά είχε μόλις φτάσει και ήταν στο δωμάτιό της και άλλαζε. Μόλις άκουσε φωνούλες, βγήκε τρέχοντας να τους προϋπαντήσει. Μέχρι που είδε τα κορίτσια και τα έχασε.

Φορούσαν εκείνα τα όμοια φουστάνια, ήταν αλήθεια, αυτά που η ίδια είχε απλώσει στην καρέκλα προσεκτικά χτες το βράδυ. Αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Της Ελίζας το φουστάνι της ήταν λίγο στενό και της έφτανε μέχρι μία παλάμη πάνω από τα γόνατα. Φαινόταν σαν να το είχαν ράψει στα μέτρα της δύο χρόνια πριν και από τότε λείψανε τα λεφτά και δεν μπόρεσαν οι γονείς της να της αγοράσουν άλλο. Της Ρόδης της έκανε καλά το φουστάνι που φορούσε. Ίσως της ήταν λίγο μπόλικο, αλλά το βασικό του θέμα ήταν ότι έφτανε μέχρι το πάτωμα και σερνόταν καθώς περπατούσε. Έτσι όπως ήταν και μαυρισμένη, έμοιαζε με μικρή τσιγγάνα.

-Τι έγινε εδώ; Ρώτησε η μαμά τον μπαμπά όταν κατάφερε να μιλήσει.

Ήταν βέβαια φανερό τι είχε γίνει.

Προς στιγμήν η Ελίζα και η Ρόδη, βλέποντας το δυστυχισμένο ύφος του μπαμπά, ένιωσαν τύψεις που δεν τον είχαν διορθώσει όταν φόρεσε το φουστάνι της μιας στην άλλη.

Αλλά ήταν τόσο μεγάλος ο πειρασμός. Να μπουν για μια μέρα στην κυριολεξία η μια στα ρούχα της άλλης… Και εκτός αυτού, ήταν πολύ ευχαριστημένες η κάθε μία με το φουστάνι της. Η Ελίζα γενικώς ήθελε να φοράει τις φούστες της πιο ψηλά απ’ ό,τι ήταν το φυσιολογικό τους, γιατί νόμιζε ότι αυτό την έκανε να δείχνει μεγαλύτερη. Η Ρόδη, απ’ την άλλη, είχε πάντα την ανάγκη να κρύβεται μέσα στα ρούχα. Σκεφτόταν ότι εάν φορούσε μια φούστα αρκετά μακριά, μπορεί κανείς να μην την πρόσεχε.

 

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και τα γέλια που έκαναν με αυτά τα φουστάνια ποτέ δεν τα ξέχασαν. Αλλά πίσω από αυτή την γκάφα του μπαμπά βρισκόταν ένα θέμα πολύ βαθύ. Μέχρι μεγάλες πάλευαν γι’ αυτό η Ελίζα και η Ρόδη, να καταλάβει η κάθε μία τη διαφορετικότητά της και να την αποδεχτεί. Ήταν λογικό να βλέπουν η μια την άλλη και να θέλει να της μοιάσει. Όμως ο Θεός επίτηδες μας έχει φτιάξει όλους διαφορετικούς. Επειδή ο κάθε ένας μας είναι ικανός για κάτι, που ο άλλος δεν θα κατάφερνε ποτέ.

Πολλές φορές μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν η Ελίζα και η Ρόδη ζήλεψαν η μια την άλλη, ή και ευχήθηκαν να ήταν όπως η άλλη. Στην πραγματικότητα όμως, ο χαρακτήρας και οι ικανότητες της μιας ήταν τόσο αταίριαστα στην άλλη, όσο τα δυο φουστάνια που είχαν φορέσει τότε ανάποδα: φαινόταν ολοκάθαρα ότι δεν ταίριαζαν.

Μπορεί κάποιες φορές  στη ζωή μας να λέμε «γιατί ο άλλος κι όχι εγώ;» ή «θα ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένος αν είχα αυτό που έχει ο άλλος». Κι όμως, ο Θεός έχει φτιάξει με πολλή προσοχή και αγάπη το σχέδιό Του για τη ζωή καθενός μας. Συγκεκριμένα. Τόσο συγκεκριμένα, όσο ένα ρούχο που έχει ραφτεί ειδικά για μας και δεν θα ταίριαζε σε κανέναν άλλο.

 

 

«Επειδή, εγώ γνωρίζω τις βουλές που βουλεύομαι για σας, λέει ο Κύριος, βουλές ειρήνης, και όχι κακού, για να σας δώσω το προσδοκώμενο τέλος.»

                                                                       Ιερεμίας 29:11

                                                                                                         Ρ-Ε

Πνευματικά